είμαστε όλοι μετανάστες

“Σκοπεύεις να γυρίσεις στην Ελλάδα;” είναι η πρώτη ερώτηση που κάνω σε όποιον Έλληνα γνωρίζω στο Μίσιγκαν. Εκείνοι που δεν έχουν προφορά, με κοιτούν σαν να είμαι τρελή. Εκείνοι που έχουν βαριά προφορά μου λένε “εννοείται!” κι ακολουθεί μια γκρίνια για το πόσο δεν αντέχουν άλλο την Αμερική και την ζωή εδώ. Τώρα μπορώ και μαντεύω την απάντησή τους μόλις τους ακούσω να συνομιλούν στα Αγγλικά. Εκείνοι που έχουν δουλέψει την γλώσσα και την προφορά τους ήρθαν αποφασισμένοι να μείνουν εδώ, να ενσωματωθούν, να πετύχουν, να ευτυχήσουν. Αγαπούν την καινούργια χώρα τους, κάνουν σχέσεις, αποκτούν ρίζες. Οι υπόλοιποι που ακούγονται σαν τον Μίστερ Πορτοκάλος, κάνουν παρέα μόνο με Έλληνες, πάνε σε εστιατόρια με κίονες στην πρόσοψη και στις ελεύθερες ώρες τους κατεβάζουν Ελληνικές σειρές από το ίντερνετ μήπως χάσουν κανέναν αριστούργημα του Παπακαλιάτη. Βρίσκονται συνέχεια σε μια μετάβαση, περιμένοντας ν’ αρχίσει η “πραγματική” ζωή μόλις επιστρέψουν στην αγκαλιά της μαμάς πατρίδας.

Οκεϊ, είναι άδικο να κάνω τέτοιο διπολικό διαχωρισμό. Είναι μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση. Κάποιοι έχουν καταφέρει να συμβιβάσουν τις δύο διαβατήριά τους και ξεφεύγουν από το κλισέ.

Κοιτάω την πράσινη κάρτα μέσα στο πορτοφόλι μου. Την γυρίζω από τις δύο πλευρές, θαυμάζω τις γραφιστικές λεπτομέρειες, την φέρνω πολύ κοντά μέχρι να αγγίξει την μύτη μου, την απομακρύνω πάλι. Η ταυτότητα του μετανάστη σε μπερδεύει, ανακατεύει όλα όσα είχες βάλει σε μια τάξη στο μυαλό σου –ακόμα και στην δική μου περίπτωση που είμαι κάτι σαν μετανάστρια πολυτελείας. Και μπορεί να μην ήρθα για να πλύνω πιάτα στην Αστόρια, αλλά ο βασικός λόγος που έσυρα τις βαλίτσες μου πέρα από έναν ωκεανό παραμένει ο ίδιος: για την καλύτερη ζωή. Στην δική μας περίπτωση ήταν τα καλύτερα πανεπιστήμια και η καλύτερη καθημερινότητα, αλλά στο τέλος είναι η ίδια δύναμη που ξεσπιτώνει όλους εμάς με την πράσινη κάρτα στο πορτοφόλι: το όνειρο της καλύτερης ζωής. Και μια ονειροπόλα υπεροψία, μια διστακτική βεβαιότητα ότι η προηγούμενη ζωή στην υπό κατάρρευση χώρα δεν ήταν αντάξια των προσδοκιών μας, ότι τελικά αξίζουμε περισσότερα.

Το σοκ της μετεμφύτευσης σε ένα καινούργιο περιβάλλον κρατάει μήνες. Έζησα όλη μου την ζωή στραμμένη προς την Δύση, μεγάλωσα με την Αμερικάνικη κουλτούρα, σπούδασα εδώ, παντρεύτηκα Αμερικάνο, απέκτησα Αμερικάνους συγγενείς, μπορείς να πεις ότι περίμενα μια σχετικά ομαλή μετάβαση στην “καινούργια πατρίδα”. Ναι, καλά. Είναι το πιο ισχυρό σοκ που μπορείς να αντέξεις. Σε ταρακουνάει, σε μπερδεύει, σε σαστίζει, αλλά σε γεμίζει και ενέργεια. Σε κάνει καινούργιο άνθρωπο. Σου δίνει το θάρρος και την αποφασιστικότητα να πετύχεις καινούργιους στόχους, να απλωθείς ως εκεί που δεν μπορούσες καν να φανταστείς στην παλιά σου πατρίδα, σ’ εκείνη που σε έπνιγε πριν φύγεις.

Η οικογένεια του μπαμπά μου είχε πάντα το βλέμμα της στραμένο προς άλλες, καλύτερες χώρες. Κάποιοι παππούδες έφυγαν και δεν γύρισαν ποτέ, τα αδέρφια του έφυγαν αλλά επέστρεψαν. Μερικά ξαδέρφια μου έχουν περίεργη προφορά και πιστοποιητικά γεννήσεως στην Αυστραλία. Τώρα που είναι οικογενειάρχες οι ίδιοι ψάχνουν τρόπο να ξαναφύγουν, να συνεχίσουν τις καριέρες τους εκεί. Είναι μια οικογένεια που έζησε την μετανάστευση και την “ξενιτιά” στα χειρότερά της, αλλά ποτέ δεν την καταράστηκε όπως θέλουν τα τραγούδια της γενιάς της. Η θεία μου συνέχεια μιλάει για εκείνες τις μέρες στο εξωτερικό, ακόμα και αν δούλευε σε βάρδιες 14 ωρών, ακόμα και αν ήταν μακριά από τους γονείς της, αναπολεί και θα αναπολεί για πάντα εκείνα τα χρόνια με τις καλύτερες αναμνήσεις.

Στην Ελλάδα το θέμα της μετανάστευσης μπορεί να κάνει μια παρέα να μαλώσει, έχει χωρίσει, πολώσει τους “απόγονους του Ξένιου Δία” σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα που δεν συννενοούνται, κάποιοι φτάνουν στα άκρα, όλοι όμως ταλαιπωρούνται από μια αδρανή πολιτεία.

Με λίγα λόγια, ξέραμε πώς να χειριστούμε τις αναχωρήσεις, αλλά τα κάναμε λίγο σκατά με τις αφίξεις.

Κι εμείς στον κόσμο των περιοδικών που το παίζουμε τόσο “προχώ” και cool, εξαντλούμε την κατανόησή μας δίνοντας designer ρούχα που δεν μας κάνουν πια στις αλλοδαπές καθαρίστριές μας. Δεν πίεσε κανείς για να αλλάξει η χρωματική παλέτα στα άρθρα της ομορφιάς και να συμπεριλάβουμε προϊόντα για τα κορίτσια Αφρικανικής καταγωγής. Δεν κάναμε ποτέ χαριτωμένο, αστείο και νεανικό “οδηγό επιβίωσης στο τμήμα αλλοδαπών” που είναι στο επίπεδο “να μην σου συμβεί”, σαν τις γραμματείες του πανεπιστημίου.

Κάνουμε σαν να μην υπάρχουν αυτοί οι χιλιάδες Αθηναίοι, συμπολίτες, αναγνώστες που μπορεί να έχουν διαφορετικό χρώμα διαβατηρίου από εμένα, αλλά τελικά και οι δύο ζητάμε με την ίδια αγωνία αυτήν την καλύτερη ζωή. Γιατί είμαστε όλοι μετανάστες.

Παρένθεση: όλα αυτά από την προνομιούχα θέση της λευκής δυτικής που πήγε σε μια άλλη δυτική χώρα και μάλιστα σε μια πλούσια κοινότητα. Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να υποστηρίξω ότι ξέρω πώς αισθάνονται οι μετανάστες που σέρνονται παράνομα από το Μεξικό στην Αριζόνα, ούτε εκείνοι που πλέουν μέρες και νύχτες στο Αιγαίο χωρίς χαρτιά και διαβατήρια. Είμαι ξερόλας, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό.

Παρένθεση νούμερο 2: Όταν ξαναβρεθείς στο Κολωνάκι, πέρασε ως την Ομήρου και επισκέψου την έκθεση που θυμίζει ότι έχουμε περισσότερα κοινά απ’ όσα θέλουμε να πιστεύουμε. Μόνο δες προσεκτικά τις φωτογραφίες.

Leave a comment

Filed under American woman?, On leaving.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s