εγώ αγανακτώ, εσύ αγανακτάς;

Στο Σύνταγμα το μετρό γεμίζει κατσαρολικά και μπρίκια που χτυπάνε μεταξύ τους. Κόσμος ανεβοκατεβαίνει με καλαμπόκια στο χέρι, μεγάλα χαμόγελα ανακούφισης (τα είπανε, ξεσπάσανε), κουτσομπολιά και κριτική για τους διπλανούς που δεν έλυναν το πρόβλημα της Ελλάδας αλλά μιλούσαν για άλλα άσχετα θέματα, κάτι που απαγορεύεται ρητά στην πλατεία αυτές τις μέρες. Το πρωί έχει πορείες, ματ, διαφανείς ασπίδες, μπλε λεωφορεία, σκουπίδια και αγωνίστριες που σταματούν κάπου κάπου μπροστά στις απλωμένες Gucci αντιγραφές να παζαρέψουν τιμές. Το βράδυ έχει φώτα, μουσικές, ντουντούκες, ποπ κορν και την μυρωδιά απ’ τις ψησταριές και τα κάρβουνα που έχω συνδέσει με το γήπεδο και τα πανηγύρια στα νησιά των διακοπών. Στο facebook φουντώνουν οι διαξιφισμοί, να πάμε να μην πάμε, αγανακτήσαμε ή όχι, είναι τελικά τρόπος αντίστασης αυτός ή ένα πάρτι; Βλέπω τα 18χρονα να μπλέκονται στο πλήθος ντυμένα και βαμένα με τα χρώματα του πολέμου: ρουζ, κόκκινο κραγιόν, βλεφαρίδες σαν μικρές αράχνες και θυμάμαι τα άλλα Σαββατόβραδα που έβγαινα κι εγώ, αλλά το δικό μας hot spot δεν ήταν η πλατεία, εμείς στην Ευρυπίδου λιώσαμε τις πλατφόρμες μας από το Guru στο Soul και πάλι πίσω μέχρι να ζαλίσουμε τις κατσαρίδες, αλλά εκείνες δεν τα πρόλαβαν, είναι μικρές, οι γειτονιές χάνονται πιο γρήγορα πια, δεν μπορούν καν να φανταστούν ότι ο κόσμος πήγαινε στην Ευρυπίδου τα βράδια και ζούσε για να το διηγηθεί, ότι εκεί υπήρχαν εστιατόρια, μπαρ και ένα βολικό πεζοδρόμιο μπροστά στο Guru που καθόμασταν να πάρουμε μια ανάσα όταν μέσα δεν χωρούσε ούτε αγκώνας. Η πλατεία λοιπόν είναι το νέο Soul κι εγώ χαίρομαι φίλη γιατί τουλάχιστον οι Αθηναίοι βγήκαν έξω, έστω και για ένα block party, δεν πειράζει, να κοιταχτούν, να γνωριστούν, να πάψουν να μισιούνται και να πετάνε τα σκουπίδια τους ο ένας στην μούρη του άλλου, να μιλήσουν, να φλερτάρουν, να μαλώσουν και να τα ξαναβρούν, να καταλάβουν επιτέλους πως όλοι το ίδιο ζόρι τραβάμε και ήρθε η ώρα να ενωθούμε.

Θυμάσαι που σου έλεγα ότι παλιά ανέβαινα στον βράχο της Ακρόπολης και άκουγα την Αθήνα; Υπήρχε μια εποχή που ακούγονταν μόνο γέλια και μουσικές απ’ το Μοναστηράκι και το Ψυρρή, άντε και κανένα μηχανάκι για την ποικιλία. Λίγο πριν φύγουμε όμως, πέρσι, ακούγαμε μόνο μαρσαρίσματα, καβγάδες, και καμιά σειρήνα, έλεγα στον Will ότι αυτοί δεν είναι οι ήχοι της πόλης μας, δεν πάει καλά. Και σήμερα ανεβήκαμε πάλι, ακριβώς μετά την μπόρα που τα έκανε όλα να γυαλίζουν και εκεί με τις σταγόνες να τρέχουν από τα μαλλιά μας αφουγκραστήκαμε. Ξέρεις πώς είναι ο ήχος μιας μουδιασμένης πόλης; Μιας πόλης σε κατάσταση σοκ, που δεν ξέρει πού πάει, τι της συνέβη και τι κρύβει το αύριο; Μιας πόλης που κοιτάει δεξιά κι αριστερά πανικόβλητη, που μιλάει διστακτικά και που πνίγει τις μουσικές στα συνθήματα; Ανέβα στον βράχο να το ακούσεις.

2 Comments

Filed under Athens story

2 responses to “εγώ αγανακτώ, εσύ αγανακτάς;

  1. George

    Έχεις δίκιο. Οι κατσαρίδες στην Ευρυπίδου ήταν must. Όσες πιο πολλές έβλεπες, τόσες πιο πολλές έριχνες. Όχι κατσαρίδες. Γκόμενες. Κάτι σαν οιωνός ήταν τα καθαρματάκια.
    Πήγα στο Σύνταγμα. Έβρεχε. Αισθάνθηκα άσχημα. Όχι επειδή έβρεχε αλλά επειδή πήγα τη δεύτερη ημέρα και όχι την πρώτη που ήμουν δύσπιστος. Για αυτό στεναχωριέμαι. Γιατί έχω γίνει δύσπιστος. Που χρειάζομαι επιβεβαίωση για όσα έχω ήδη ζήσει. Που πρέπει να πει και άλλος ένας ότι έζησε στην Αθήνα του τότε που βγαίναμε το βράδυ έξω και δε φοβόμασταν να κάνουμε βόλτες στα σκοτάδια.

  2. mpempa

    Και ρωτώ εγώ η νεανίς: literaly κατσαρίδες ή είναι μία μεταφορά που δεν την κατέ’ω?

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s