για τα καλορίζικα

 δεν θέλω να σου πω τι μπορεί να τραβήξει ο ξενιτεμένος με την ελληνική γραφειοκρατία, ειδικά ο μακρινά ξενιτεμένος που δεν επιστρέφει στα πάτρια στις γιορτές και τα 3μερα, να τακτοποιήσει και καμιά δουλειά, γιατί τα mails τα έχουν σε κακό οι δημόσιοι υπάλληλοι (και οι τράπεζες, μην νομίζεις, στα παλιά κινητά σε ψάχνουν κι ας ξέρουν ότι είσαι σε άλλη ήπειρο εδώ και 2 χρόνια), του διαβόλου είναι το ίντερνετ κι αυτοί είναι καλοί χριστιανοί, έτσι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο παρά να αφήσεις πίσω σου μια Ομάδα Δράσης με σημαιοφόρο τον Πατέρα, οπλισμένοι με εξουσιοδοτήσεις και την ταυτότητά σου επωμίζονται ένα βάρος που αποδεικνύει την βαθιά τους αγάπη όσο τίποτα άλλο: τις γραφειοκρατικές σου εκρεμότητες.
Να, αυτά έλεγα στον Στρόβιλο όταν μου μετέφρασε ένα απόσπασμα από το τούρκικο μυθιστόρημα που διαβάζει τώρα, και μόλις το διαβάσεις κι εσύ θα ξέρεις ότι έχουμε περισσότερα κοινά με τους γείτονες (εκτός από τις σαπουνόπερες και το λοκούμ):
“Δε θα απλώσεις χέρι σε κανένα έγγραφο — αυτή είναι μια απ’ τις δέκα εντολές. Δε θα μιλήσεις πρώτος, δε θα εξελίξεις καμιά σκέψη, θα καλλιεργήσεις ύφος σαν να μη ξέρεις τίποτα, δε θα ντύνεσαι περίεργα, δε θα ακουμπάς στο γραφείο, θα κάνεις τον κακόμοιρο (υπό την προϋπόθεση ότι δε θα το παρακάνεις για να σε διώξουν από μπροστά τους), θα χαμογελάς σαν βλάκας, θα περιμένεις … και δε θα ελπίζεις ποτέ. Ορίστε ο υπάλληλος που περίμενες εμφανίστηκε στη σκάλα. Δε θα τρέξεις αμέσως δίπλα του […]. Καθάρισε λίγο το λαιμό σου, βήξε: μην αφήνεις την εντύπωση πως είσαι πολύ νέος. Ορίστε, θέλατε κάτι; Τι υπέροχη χώρα! “Θέλατε κάτι;” έτσι λένε. Επειδή εκείνοι καταπιάνονται με δουλειές μυστικές, δουλειές που δε θα τις χώραγε ο νους κανονικών ανθρώπων […]. “κ. Şükrü! Φέρε μου ένα τσάι.” Ναι, τι θέλατε; Δεν σε άκουγα μέχρι τώρα, διότι δεν περίμενες να πιω το τσάι μου, γι’ αυτό πρέπει να ξεκινήσεις πάλι απ’ την αρχή — έτσι θέλει να πει μ’ αυτό το “τι θέλατε”. Τι λακωνικά που μιλάει, δεν νομίζεις; […] Κοιτάει την ημερομηνίαν και τον αριθμόν [του εγγράφου σου] πολλή ώρα, λες και πρώτη φορά στη ζωή του βλέπει ημερομηνία και αριθμό […]. Μετά, σηκώνοντας το κεφάλι του αθώα και άναυδα, θα πει, δεν κατάλαβα τίποτα απ’ αυτό. Δε θα αφήσεις όμως την ημιμάθειά του να σε ξεγελάσει, δε θα πεταχθείς αμέσως για να του το εξηγήσεις. Το έχει καταλάβει το παιχνίδι τόσο καλά που περιμένει απλώς να κάνεις το μικρό σου λάθος και να σε πιάσει […]. “Δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να αποφασίσω μόνος μου. Ας έρθει και ο προϊστάμενος, μ’ αυτόν θα μιλήσουμε.” Μισή ώρα πάει τώρα που βγήκε. Τώρα βγες στο διάδρομο, έλα να κάνεις ένα γύρω αποδώ, έναν αποκεί, κράτα τσίλιες στην πόρτα. Ας είχες επαινέσει λίγο τον υπάλληλο: “ελάτε τώρα, κάποιος σαν και σας που ξέρει από τέτοια θέματα τόσο καλά, το να ρωτήσει κάποιον άλλον” … δε βαριέσαι, έχω κουραστεί από τέτοια. Θα έρθει και ο προϊστάμενος άραγε; Δεν είναι σίγουρο το πράμα. Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ δεν ξέρει κανείς τίποτα για κανέναν. Κανείς δεν ανακατεύεται στις δουλειές κανενός. […] Στους διαδρόμους ντουλάπια, ντουλάπια. Ντουλάπια παλαιά, ξύλινα, ντουλάπια καινούργια, ατσαλένια. Ντουλάπια με τα μέσα τους γεμάτα, ξεχειλίζοντας: σκονισμένοι φάκελοι. Φάκελοι τυλιγμένοι με σχοινιά, με χαρτιά. Α-2, Β-4… Μια ζωή άνευ σημασίας. Στην μπροστινή όψη ενός ντουλαπιού ένα χαρτί που γράφει: “σε περίπτωση φωτιάς αυτό να είναι το πρώτο να σωθεί”. Όχι αυτό, εμένα σώστε με. […] Δε υπάρχει περίπτωση να γνωρίσεις το διευθυντή […]. Όλοι οι υπάλληλοι, οι προϊστάμενοι, αφού έχουν τακτοποιήσει τα χαρτιά σου όπως θέλεις, όταν όλη η υπόθεση έχει μείνει μόνο σε μιαν υπογραφή του διευθυντή, που είναι στην ουσία μια τυπικότητα, όταν έχεις ξεχαστεί και μεθύσει με τη νίκη σου και έχεις πιάσει το χαρτί απ’ το χέρι του γραμματέα και έχεις μαζέψει το θάρος να ανοίξεις σιγά σιγά την πόρτα, πίσω της οποίας κρύβεται αυτό το τρομακτικό χάσμα του διαβόλου, αυτό το σκοτεινό ναό, για να χαλάσεις την ησυχία του τέρατος … τότε όλος σου ο κόσμος γκρεμίζεται μεμιάς. Δεν μπορεί να υπογράψει, κύριε, δεν μπορεί. Κι όσο επιμένεις χίλιες φορές παραπάνω δε μπορεί. Δέκα φορές, εκατό φορές, χίλιες φορές δε μπορεί να υπογράψει. Κι αν δεν επιμένεις, τότε σε ξεχνάει πριν καν χαθεί η σκιά σου στην πόρτα.  Είσαι προσωρινός, περαστικός, αυτός είναι αθάνατος. Ακόμα και αν άλλαξε το όνομά του, ακόμα και αν άλλαξε η κλίση της καμπούρας του που απέκτησε μετά από τόσες χιλιετίες στην υπηρεσία του κράτους, ακόμα και αν φαίνεται πιο νέος ή πιο γέρος, είναι ο ίδιος άνθρωπος […]. Έχει ξεχάσει το έγγραφο που εχθές είπε, “εντάξει, αύριο θα το υπογράψω”· Δεν το υπογράφει. Και το έγγραφο που ξέχασε να υπογράψει εχθές δεν το υπογράφει: μ’ αυτή την ακλόνητη διαίσθηση που ξέρει τα υψηλά συμφέροντα του κράτους, δεν το υπογράφει. […] Και μετά … μετά μια μέρα λένε “το υπέγραψε”. Πώς; Όταν δεν ήσουν εσύ, μια στιγμή απροσεξίας … σαν να ζεις το όνειρο κάποιου άλλου … πετάγεσαι πάνω: πώς υπέγραψε, τι είπε, το ύφος του προσώπου του πώς ήταν; Δεν το πρόσεξαν, το χάσανε. Τι ξέρουν αυτοί, δεν έχουν ιδέα της σημασίας αυτής της υπόθεσης, λένε “δεν είπε τίποτα” […]. Ωστόσο, αυτό εδώ είναι η ζωή σου, αυτή ήταν η σκηνή που παίχθηκε το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής σου. Και παρόλες τις ταλαιπωρίες που τράβηξες για να φτάσεις ως εδώ, δεν ευτύχησες να παρευρεθείς γι’ αυτή την υπέροχη στιγμή” (Tutunamayanlar 292-303)
Πάρε και το πρωτότυπο σε περίπτωση που είσαι από αυτούς που πήγαν για erasmus στην Κωνσταντινούπολη και γύρισαν ερωτευμένοι:
“Elini hiçbir kâğıda uzatmayacaksın: on emrin birincisi budur. Söze erken başlamayacaksın, hiçbir düşünce ileri sürmeyeceksin, hiçbir şey bilmezmiş gibi görüneceksin, garip şekilde giyinmeyeceksin, ellerini masaya dayamayacaksın, seni baştan savmalarına yol açmamak şartıyla kendini acındıracaksın, gülümseyeceksin, bekleyeceksin.. ve hiçbir zaman ümide kapılmayacaksın. İşte beklediğin memur merdivende göründü. Hemen yanına gitmeyeceksin […]. Boğazını temizle, öksür: fazla genç olduğun izlenimi bırakma. Buyrun, bir şey mi istediniz? Ne olağanüstü bir ülkedir! Bir şey mi istediniz, derler. Çünkü, esrarlı ve bu dünyanın insanlarının akıl erdiremediği işlerle uğraşırlar […]. ‘Şükrü efendi! Bana bir çay getir.’ Evet ne istiyordunuz? Şimdiye kadar söylediklerini dinlemedim; çünkü çay içmemi beklemedin; bu nedenle, yeni baştan anlatman gerekiyor, demek istiyor. Ne kadar özlü konuşuyor değil mi? […] Uzun uzun, tarih ve numarayı inceliyor: sanki hayatında tarih ve numarayı ilk defa görüyor […]. Sonra saf saf başını kaldıracak, ben bundan hiçbir şey anlamadım, diyecek. Cahilliğine aldanmayacaksın, hemen atılıp anlatmaya kalkmayacaksın. Öyle bir anlamıştır ki küçük ve önemsiz bir yanlışını yakalayıverir senin […]. ‘Ben tek başıma karar veremem. Şef gelsin, bir de onunla konuşalım.’ Yarım saat gitti. Şimdi çık koridora, bir ileri bir geri dolaş bakalım: nöbet tut kapıda. Bir parça övseydin onu: sizin gibi mevzuatı bilen biri için başkasına sormak… uğraşmam, yorgunum. Şef de gelecek mi bakalım? Bilinmez. Kimse kimsenin ne olduğunu bilemez. Kimse kimseye karışmaz. […] Koridorda dolaplar, dolaplar. Eskiden alınmış ahşap dolaplar, yeni çelik dolaplar. Dolapların içi dolmuş, üstüne taşmış: tozlu dosyalar. İplere, kâğıtlara sarılmış dosyalar. A-2, B-4… Ne anlamsız bir yaşantı. Dolabın kapağında bir yazı: yangında ilk kurtarılacak eşya. Onu değil beni kurtarın. […] Müdürleri tanımaya imkân yoktur […]. Bütün memurlar, şefler, evrakınızı tam istediğiniz gibi düzenlemişken, bütün mesele sadece bir formaliteden ibaret olan müdürün imzasına kalmışken, hatta zafer sarhoşluğuna kapılıp hademeyi bile kandırarak evrakı elinden almışken ve arkasında korkutucu şaşırtıcılıklar saklayan kapıyı yavaşça açıp o sakin mabetin içine girmeye, mahremiyetini bozmaya cesaret etmişken… birden bütün dünya yıkılır. İmzalamaz, efendim, imzalamaz. Israr ettikçe daha çok imzalamaz. On kere, yüz kere, bin kere imzalamaz. Israr etmezseniz, daha gölgeniz kapının eşiğinde kaybolmadan unutur sizi. Sizler geçicisiniz, o kalıcıdır. Adı değişse de, devletin sorumluluğunu taşımaktan hafifçe kamburlaşan sırtının eğimi değişse de, daha genç ya da ihtiyar olsa da aynı insandır […]. Dün, “Peki imzalarız” dediği evrakı unutmuştur; imzalamaz. Fakat, dün imzalamadığını da unuttuğu halde bugün gene imzalamaz: devletin yüksek çıkarlarını bilen o sarsılmaz sezişiyle imzalamaz. […] Sonra… sonra, imzaladı, derler. Nasıl olur? Siz orada değilken, boş bulunduğunuz bir anda… başkasının rüyası gibi bir şey… çırpınırsınız: nasıl imzaladı, ne dedi, yüzü nasıldı? Dikkat etmemişlerdir, kaçırmışlardır. İşin önemini bilmezler ki, bir şey demedi, derler […]. Oysa, bu sizin hayatınızdır, hayatınızın en büyük bölümünün oynandığı bir sahnedir. Bütün acıları çektiğiniz halde o mutlu anda bulunmazsınız” (Tutunamayanlar 292-303)

5 Comments

Filed under Bookworming, Look what I found!, Mr. Right

5 responses to “για τα καλορίζικα

  1. Είναι που μερικές φορές που ούτε οι εξουσιοδοτήσεις φτάνουν. Ούτε καν το e-mail. Είπαμε, είναι του διαβόλου αυτά. Δεν μπορώ να μεταφέρω λεφτά από την Ελληνική τράπεζά μου στην Αυστραλέζικη μέσω e-banking. Πρέπει να πάω στην Ελλάδα μου είπαν. Άλλο τρόπο δε βρήκαν. Επειδή είναι άλλο το νόμισμα. Εδώ πάλι οι πιο πολλοί δεν έχουν δει τη φάτσα μου. Μόνο όταν χρειάστηκε υπογραφή πήγα από κοντά. Όλα τα άλλα ονλάιν. Γυρνάς πίσω; Δε γυρνάς.

  2. Άκου τώρα που μου θέλεις και e-banking, είσαι υπερβολική μου φαίνεται.
    Νέο κίνημα: δεν γυρνάω, δεν γυρνάω.

  3. Έτσι. Δε γυρνάω-δε γυρνάω και φέρνω κι άλλους μαζί μου από την Ελλάδα

  4. Ἐρχομαι οικιοθελώς… ο πόνος με την ελληνική γραφειοκρατία είναι ίδιος όπου και να ‘σαι… σταθερή αξία

  5. ε, οικειοθελώς ήθελα να πω…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s