Category Archives: Homesickness and other maladies

Athens love

αχ, αυτή η χαρά της επιστροφής, οι πρώτες σφιχτές αγκαλιές με τις φίλες και τους φίλους, οι μικρές κραυγές ευτυχίας, τα νέα που λέτε λέτε μέχρι να ζεσταθεί ο παγωμένος καφές κάπου στην πόλη και όταν χωρίζετε νιώθεις πως δεν προλάβατε να πείτε και τίποτα. Η Αθήνα του μυαλού μου δεν μοιάζει σε τίποτα με την Αθήνα της κρίσης, αλλά οι δικοί μου άνθρωποι είναι οι ίδιοι, κι αυτοί ακριβώς κάνουν την επιστροφή τόσο υπέροχη.

Αφήνουμε τον Μικρό Άνθρωπο να τρέξει στον Εθνικό Κήπο, να κατέβει κουτρουβαλώντας την Αεροπαγίτου και προσπαθώ να κρατήσω στο μυαλό μου αυτήν την εικόνα, σαν νοητικό κλικ, να το παιδάκι μου που χοροπηδάει χαρούμενο κάτω από την Ακρόπολη, το παιδάκι μου που γεννήθηκε στην Αμερική και περπάτησε στην Τουρκία, αλλά θέλω να νιώθει και την Αθήνα σπίτι του, την Αθήνα με τον τρελό στο μετρό που μπήκε μέσα και ούρλιαζε υπερ της Χρυσής Αυγής και τον έκανε να κλάψει από τρόμο, την μεγαλούπολη της απίστευτης ομορφιάς και ασχήμιας, καμιά μέση κατάσταση εδώ, μόνο άκρα που μπερδεύουν τον μικρό εγκέφαλο και χτυπάνε κόκκινο τα μητρικά ένστικτα.

Οι πρώτες μέρες είναι ένας σίφουνας από γέλια και νέα και γραφειοκρατικές εκρεμότητες που περιμένουν τους ξενιτεμένους με το που φτάσουν, φορολογικές δηλώσεις και απλήρωτα κοινόχρηστα σ’ αυτό το διαμέρισμα που κρατάμε ακόμα με αγάπη για να νιώθουμε πως έχουμε ακόμα ένα σπίτι για τα βιβλία μας εδώ. Μισάνοιχτες βαλίτσες, μπερδεμένα κέρματα στο πορτοφόλι, σηκώνω το κεφάλι στην σερβιτόρα και ετοιμάζομαι να της πω τεσεκιούρ εντερίμ, κρατιέμαι τελευταία στιγμή.

Στην αρχή μου φάνηκε περίεργο που καταλάβαινα τι λένε οι διπλανοί μου, που μπορούσα να διαβάσω όλες τις επιγραφές στο δρόμο, δεν είχα καταλάβει ακριβώς πόσο απομονωτικό είναι να ζεις σε χώρα που δεν μιλάς τη γλώσσα μέχρι που ήρθα πίσω, ας κατεβάσω και το δικό μου volume, τέρμα τα αστεία σε δημόσιους χώρους κάτω από την ασφάλεια της γλώσσας που δεν καταλάβαινε κανείς άλλος.

Ήρθε η ώρα να ξαναφορέσω ρολόι, πάει το κάλεσμα για την προσευχή από το διπλανό τζαμί που μου θύμιζε ότι περνάει η μέρα, δεν υπάρχουν κορίτσια με μαντίλα στο μετρό, τα κουλούρια είναι διαφορετικά, να, τώρα που το λέμε, πολύ λιγουρεύτηκα ένα κεμπάπ.

Από την Κωνσταντινούπολη ως την Αθήνα, μια τόσο σύντομη πτήση και τόσο διαφορετική καθημερινότητα.

Μπαίνω στο παλιό μου γραφείο και κοιτάω τις μύτες των παπουτσιών μου, προσπαθώ να αγνοήσω τις σειρές με τα άδεια γραφεία που προσπερνάω, όταν μετακομίσαμε σ’ αυτό το κτίριο στην Μιχαλακοπούλου δεν χωρούσαμε και μαλώναμε για ένα τετραγωνικό, και τώρα ακούς τον ήχο των βημάτων σου στο διάδρομο, αν υπάρχει μία εικόνα για την κρίση είναι αυτοί οι σκοτεινοί υπολογιστές και τα γραφεία που έχουν ακόμα κολλημένα στους τοίχους γύρω τους φωτογραφίες και καρτ ποστάλ να θυμίζουν ότι κάποτε υπήρχε κάποιος εδώ, άδειες καρέκλες και παρατημένα ποστ-ιτ.

Στοίβες τα τεύχη που έχασα, τα κουβαλάω και τα διαβάζω όλα μαζί λαίμαργα, τα κείμενά μου, τα κείμενα των φίλων μου, editorials, καινούργια στέκια που φωτογραφίζουν και ένα χρόνος καθημερινότητας σε γυαλιστερές σελίδες που τον πέρασα πάλι σε άλλη χώρα.

Αναπνέουμε τον αέρα και τις μυρωδιές της πόλης αυτής, πριν πάρουμε τις ίδιες βαλίτσες να μεταφερθούμε για έναν μήνα στη Θεσσαλονίκη και μετά, αχ, μετά πάλι πίσω στην Αμερική, τη βάση μας, μου έχει λείψει το Ann Arbor, η ευκολία της ζωής εκεί, οι φίλοι που φτιάξαμε πάνω από ζεστές σοκολάτες στους ατέλειωτους χειμώνες, οι ανοιχτές βιβλιοθήκες και τα μουσεία για παιδιά.

Το καλοκαίρι στην Ελλάδα περνάει τόσο γρήγορα, θέλεις να κρατήσει κι άλλο, να προλάβεις να τους δεις όλους, να χορτάσεις εικόνες και νοητικά κλικ, να χορτάσει ο Μικρός Άνθρωπος τους έλληνες παππούδες, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις το χρόνο, μέσα Ιουνίου ήδη, μα, να πριν πέντα λεπτά λέγαμε καλό μήνα.

Καλό καλοκαίρι φίλη μου, μην αφήσεις ούτε μια μέρα χωρίς να κάνεις κάτι ωραίο, κάτι δημιουργικό, σου λέω, τα εισιτήρια δεν αλλάζουν και σύντομα θα μου λείψεις και πάλι.

 

Advertisements

Leave a comment

Filed under Athens story, Friends connection, Homesickness and other maladies, On leaving.

home is where the books are

εντάξει, θα το παραδεχτώ, περνάω κρίση νοσταλγίας, αλλά όχι για την Αθήνα όπως σε ειχε συνηθίσει η γκρίνια μου, αλλά για το Ann Arbor φορ γκοντς σέικ. Το φθινόπωρο είναι η πιο ωραία εποχή του, τόσο ωραία που δεν ξέρω πώς να στο περιγράψω χωρίς να φανώ γραφική και βαρετή με ύμνους σε κίτρινα και κόκκινα και μωβ φύλλα που πέφτουν από τα δέντρα. Αλλά, το Ann Arbor είναι απλά ΜΑ-ΓΙ-ΚΟ  αυτήν την εποχή. Σκέφτομαι τις βόλτες μου στη γειτονιά, τους στολισμένους κήπους για το halloween, θέλω κι εγώ μια κολοκύθα να την στήσω εδώ έξω από το διαμέρισμα κι ας έρθει ο θυρωρός να μου την πάρει την επόμενη.

Ααααα, δεν σου έχω πει το πιο συγκλονιστικό της καθημερινότητάς μας εδώ στην Κωνσταντινούπολη. Άκου, η πολυκατοικία μας έχει θυρωρό, όπως οι περισσότερες  άλλωστε, κι εκτός του ότι νιώθεις ασφαλής και υπάρχει ένας άνθρωπος πάντα να σε βοηθήσει ν’ ανεβοκατεβάσεις το καροτσάκι στα 987345879387 σκαλιά της εισόδου, έχει κι άλλες αρμοδιότητες: Το πρωί αφήνει φρέσκο ψωμί κι εφημερίδα σε καλαθάκι έξω από την πορτα, το μεσημέρι περνάει να παραλάβει την λίστα με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ (τα οποία θα σου φέρει αργότερα) και το βράδυ περνάει να πάρει τα σκουπίδια. Κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον Εγιούπ εκεί, στην ώρα του, συνεπή, θέλω να τον φιλήσω, κι αυτός χαμογελαστός με χαιρετάει στα αγγλικά, εγώ στα τούρκικα, οι γνώσεις μας στις αντίστοιχες γλώσσες εξαντλούνται εκεί, στις χαιρετούρες και μετά παίρνει την σακούλα με τα σκουπίδια και δεν ξέρω πώς να το ευχαριστήσω αρκετά, σκέφτομαι να κολλήσω στον πρωτότοκό μας πίσω από το Ορφέας κι ένα Εγιούπ, έτσι τιμητικά.

Ξεφύγαμε όμως από το θέμα μας, σου έλεγα για το Ann Arbor, για το homesickness, που προϋποθέτει ότι το νιώθουμε home, αλλά δεν είναι δύσκολο, είναι σαν πόλη βγαλμένη από τα βιβλία του Στίβεν Κινγκ, όποιος μπει μέσα δεν θέλει να ξαναβγεί. Είναι και η πόλη που γράφτηκε στο πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού μας, η πόλη που έχει ακόμα τις κούτες με τα βιβλία μας, τις συλλογές με CD, και όλα αυτά τα φορέματα που μάζεψα με περίσσεια αγάπη τόσα χρόνια και έχω να βάλω από τότε που έμεινα έγκυος (μου λείπετε, σας αγαπώ).

Ας σταματήσουμε την γκρίνια όμως, όπου να ‘ναι έρχεται κι ο Εγιούπ κι έχω να φτιάξω τη λίστα του σούπερ μάρκετ, γι’ αυτό θα σε αφήσω για να κοιτάξω αφηρημένα έξω από το παράθυρο με την υπέροχη θέα (εφτά λόφοι είναι αυτοί, αν δεν είχες και θέα, τι θα είχες –εκτός από ανηφόρες να βρίζεις λαχανιάζοντας;), ν’ αφήσω το μάτι να πέσει σε ουρανοξύστες και τζαμιά και μερικά δέντρα στον κήπο από κάτω που έχουν κιτρινίσει, βρέχει πάλι νομίζω, καλή σου μέρα φίλη, το φθινόπωρο είναι μαγικό τελικά όπου κι αν βρίσκεσαι.

IMG_0374

2 Comments

Filed under Homesickness and other maladies, Istanbul story

αθίνιανς

κοντοστεκόμαστε δίπλα σε μια ουρά από ελεύθερα ταξί επί της Σταδίου.

Αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη πρόταση ενός post apocalyptic μυθιστορήματος όπου ο μισός πληθυσμός θα έχει μεταλλαχτεί σε σαλιγκάρια από έναν μυστηριώδη ιό και εμείς επιβιώσαμε από τύχη, πχ. επειδή μας πήρε ο ύπνος ένα απόγευμα και δεν είδαμε το ηλιοβασίλεμμα.

κοντοστεκόμαστε που λες μπροστά από τα ταξί και κουνάμε το κεφάλι και είναι αυτή η ατελειωτη κίτρινη αλυσίδα που μας προσγειώνει στην καινούργια πραγματικότητα.

είμαστε στην Αθήνα φίλη, σχεδόν δύο εδβομάδες τώρα,

κάνει ζέστη εδώ κι έχει ανοιχτές αγκαλιές όπου πάμε, μυρίζει φαγητό μανούλας και άνοιξη, ακούγονται μηχανάκια και τραγούδια και δυνατά γέλια.

χόουμ σουίτ χόουμ και συγκίνηση.

είμαστε στην Αθήνα σου λέω.

pool-athens-july-1961

 

9 Comments

Filed under Athens story, Homesickness and other maladies

σαν παλιό σινεμά

σαν τους γέρους στα καφενεία μουρμουράω κάθε φορά που διαβάζω νέα, μόνο που δεν χτυπάω το χέρι μου στην εφημερίδα — να μια χαρά που χάσαμε με την ηλεκτρονική ενημέρωση, ούτε μουντζούρες, ούτε θεατρικές κινήσεις έμφασης, δεν ξεσπάει ποτέ κανείς στην οθόνη του μάκμπουκ. Μουρμουράω που λες και διακόπτω τον Σύζυγο από το διόρθωμα γραπτών, “τελευταία φορά που σ’ ενοχλώ” ορκίζομαι πάντα, “αλλά θα σκάσω αν δεν σου δείξω κι ΑΥΤΟ”, γυρίζω την οθόνη προς το μέρος του ενώ πριν του δώσω αρκετό χρόνο να διαβάσει αρχίζω τα “αν είναι δυνατόν” και άλλα τέτοια γεροντίστικα. Όταν ο Σύζυγος δεν είναι εδώ τα λέω σ’ ένα λούτρινο σκίουρο που αν του ζουλήξεις τη μύτη κάνει τσιριχτούς ήχους. Μόνο στον Μικρό Άνθρωπο δεν θα λέω, γιατί δεν θέλω να νομίζει από το ύφος μου ότι τον μαλώνω, θυμάμαι πάντα εκείνη τη γαλλίδα ίντερν στο Marie Claire που δεν μιλούσε Ελληνικά και νόμιζε από τις χειρονομίες  και τον τόνο της φωνής μας πως κάθε πρωί μαλώναμε όλες με όλους, ενώ εμείς απλώς διηγούμασταν περιπέτειες από την κίνηση, τις τράπεζες, τις εφορίες.

σχεδόν 2 χρόνια μακριά από την Αθήνα, υπόσχομαι στην φίλη εδώ ότι θα την ξεναγήσω το καλοκαίρι και θα την αγαπήσει, αλλά δεν είμαι και σίγουρη, δεν ξέρω τι θα βρω από όσα μου άρεσαν παλιά. Δεν πειράζει, με διορθώνει ο νόστος του μετανάστη μέσα μου, θ’ ανακαλύψεις καινούργιους λόγους να την αγαπήσεις, επιμένει, η Αθήνα είναι η αγαπημένη μας πόλη σ’ όλο τον κόσμο, συμφωνούμε. Κι ελπίζω να γίνει ακόμα πιο αγαπημένη τώρα που θα τη δω μέσα από τα μάτια του παιδιού μας.

βγάλαμε εισιτήρια που λες φίλη, ερχόμαστε τον Μάιο, τόση χαρά πια για τον επαναπατρισμό ούτε στην εξορία να ήμουν. Όχι πως κακοπερνάω εδώ, τα ξέρεις, αλλά να μωρέ, 22 μήνες μακριά από τους φίλους και την οικογένεια είναι πολλοί. Φύγαμε δύο άνθρωποι και θα γυρίσουμε τρεις.

IMG00978-20121221-1005

 

 

5 Comments

Filed under Homesickness and other maladies

ιστορίες βαγονιών

η φίλη πίνει κόκκινο κρασί κι εγώ ντικάφ και μιλάμε, δεν έχει σημασία τι λέμε, δεν έχει καν σημασία πότε μιλήσαμε τελευταία φορά, κουτσομπολεύουμε και γελάμε και προτείνουμε ταινίες και αναλύουμε τα καλά του swaddling, της δείχνω το καινούργιο μου κούρεμα στην κάμερα, λες και μοιραζόμαστε το ίδιο τραπεζάκι και βλεπόμαστε κάθε μέρα και πιάνουμε την κουβέντα από εκεί που την αφήσαμε πριν λίγο, είναι τόσο ωραία αυτή η αίσθηση, κλείνω το skype και νιώθω ότι μόλις επέστρεψα από βόλτα στην Αθήνα.

Χωρίς τα κακώς κείμενα της Αθήνας.

Best of both worlds, όπως λένε σε άπταιστα εγκλέζικα στο χωριό μου, λίγο πριν βουτήξουν το σούσι τους στη σόγια και το καταβροχθίσουν με απόλαυση.

Εν τω μεταξύ, ήθελα να βγω πάλι στην γειτονιά να φωτογραφίσω στολισμούς με μάγισσες και κολοκύθες με φόντο τα κόκκινα φύλλα για σένα, αλλά να, μία με τη βροχή, μία με την Κυριακάτικη τεμπελιά, δεν τα κατάφερα. Θέλω όμως να σε βάλω στο κλίμα του halloween, γι’ αυτό μπες να διαβάσεις για το Parade του West Hollywood, απ’ το οποίο ακόμα αναρρώνουμε με την Sol, δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ γι’ αυτή τη νύχτα. Όχι τίποτα άλλο, αλλά σε λίγο θα έχω και παιδί και πρέπει να αρχίσω τις λογοκρισίες (που είναι και της μόδας), άντε να τον μαζέψω όταν μεγαλώσει με το γνωστό λογύδριο “εγώ στην ηλικία σου”, αν έχει αποδείξεις ότι εγώ στην ηλικία του έκανα όλα όσα μου είχαν απαγορέψει οι γονείς μου, όλα όσα φοβόντουσαν και μερικά που δεν τα είχαν σκεφτεί καν.

Δεν βγήκα για φωτογραφήσεις φίλε μου, αλλά να έμεινα μέσα με μια κούπα σοκολάτα και τους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, ταξιδεύουμε μαζί με το Ανατόλια Εξπρές και τι να σου πω, με το ζόρι κρατιέμαι να μην μπω σε ένα τρένο και να αρχίσω τις άσκοπες διαδρομές, μόνο και μόνο για να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου.

Αυτή ήταν και η αγαπημένη μας ασχολία με τον Mr. Right όταν πρωτογνωριστήκαμε, ταξιδεύαμε και φτιάχναμε ιστορίες για τους συνεπιβάτες μας, αχ, πόσο ανυπομονώ για τον επόμενο χρόνο μας στην από εκεί πλευρά του Ατλαντικού, αν όλα πάνε καλά θα είμαστε εκεί, μαζί σου, για πολλούς μήνες, να τριγυρνάμε σε τρένα και πλοία, με τον μικρό άνθρωπο στην μέση.

Leave a comment

Filed under Bookworming, Friends connection, Homesickness and other maladies, Mr. Right, Reading

το κουτί με τα κουλούρια

σήμερα που λες μιλούσα με την μητέρα στο σκάιπ και μου θύμισε πως ήρθε και πάλι η πιο αγαπημένη εποχή του χρόνου, η εποχή που κάνει ακόμα και τα πρωινά καλύτερα, η εποχή των μουστοκούλουρων. Κάθε φθινόπωρο ένα μεγάλο κουτί διασχίζει τον ατλαντικό, ένα κουτί αεροστεγώς κλεισμένο που περιέχει χειροποίητα κουλουράκια της μητέρας με μούστο από το αμπέλι του πατέρα και φτάνει ως τις ΗΠΑ όπου θα ανοιχτεί με δάκρυα συγκίνησης. Μαζί του πάντα και ένα σακουλάκι ελληνικός καφές, γιατί δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο.

Και κάθε φορά που μιλάμε για μουστοκούλουρα, θυμάμαι τον γείτονά μου στο LA, τον Murder καλέ, έναν δίμετρο γκοθά που ποτέ δεν είδα χωρίς το λευκό μακιγιάζ του και τα αίματα στο πρόσωπο, ο οποίος είχε γίνει ο καλύτερος φίλος μου στις αϋπνίες και όταν είχε προβλήματα με την κοπέλα του, ανέβαινε πάνω στο σπίτι μας και του έφτιαχνα καφέ και του έδειχνα πώς να βουτάει τα μουστοκούλουρά του μέσα με το μικρό δαχτυλάκι σηκωμένο. Πάντα ένιωθε καλύτερα μετά τις κουβέντες μας και κατέβαινε ανάλαφρος στον κήπο, όπου γύριζε μια ταινία με ζόμπι τότε. Τώρα τον καμαρώνω τον γείτονα από στο facebook, κάνει καριέρα ο Murder, πάντα το ήξερα, είναι από τους χαρακτήρες του LA που σου μένουν αξέχαστοι, σαν τα μουστοκούλουρα της μητέρας, να, μια φορά είχε χαθεί ένα κουτί και πήγα να το αναζητήσω στο ταχυδρομείο του Hollywood και είχε μισοανοίξει από την ταλαιπωρία και η μυρωδιά τους έκανε όλους να θέλουν από ένα, τους μοίρασα λοιπόν και είναι αυτές οι ιστορίες που σε δένουν με μια πόλη και τους ανθρώπους της, ποτέ δεν ξαναπερίμενα στην ουρά στο συγκεκριμένο υποκατάστημα, με είχαν πριγκίπισσα και όσο να πεις πήγαινα και συχνά, ήταν η εποχή που έστελνα εκείνα τα πακέτα στον Mr. Right, τους δύσκολους μήνες που είχαμε σχέση εξ’ αποστάσεως.

Να, όλα αυτά κρύβονται πίσω από ένα κουτί με κουλούρια, και άλλες πολλές κουβέντες και μεσημέρια με την μαμά μου στο σπίτι της και πρωινά στο δικό μου, ο καφές και τα μουστοκούλουρα που μοιράστηκα με τα κορίτσια στο περιοδικό και με τις ξαδέρφες σε μπαλκόνια, δεν υπάρχει τίποτα που να με κάνει να νοσταλγώ όσα έχουν περάσει τόσο πολύ.

Και τώρα είναι πάλι η εποχή που θα περιμένω κάθε μέρα στα σκαλιά του front porch να έρθει ο αγαπούλης με την γκρι στολή και να μου φέρει το περίφημο κουτί που μυρίζει αγάπη.

(Τι κρίμα που η τωρινή γειτόνισσα είναι τόσο βαρετή, μου λείπει ο φίλος Murder και οι συλλογές του από αυθεντικά movie paraphernalia σαν ντεκόρ στους καφέδες και τις συζητήσεις μας: 

2 Comments

Filed under Friends connection, Homesickness and other maladies

το πακέτο

να προχθές μας περίμενε στο front porch ένα πακέτο από την φίλη και είχε μέσα λουκουμάκια από την Νάξο όπου λιάστηκε στις διακοπές της και ένα CD με φωτογραφίες, από εκείνη την πρωτοχρονιά στην Σύρο, τότε που δεν είχαμε συνδέσει ακόμα τα Χριστούγεννα με χιόνια, αλλά με χειμερινό κολύμπι στο άδειο Δελφίνι.

Και τις κοιτούσαμε με τον Will και μετά κοιταζόμασταν και έπεσε η ερώτηση που και οι δύο τρέμουμε “μήπως κάναμε λάθος που ήρθαμε εδώ;”. Είναι δύσκολο να απαντήσεις φίλε μου, όταν αφήνεις πίσω σου τόσο ωραία ζωή, καλούς φίλους και υπέροχες αναμνήσεις. Ακόμα και μετά το reality check, όταν σου υπενθυμίζεις ότι η καθημερινότητά σου δεν θα ήταν η ίδια με εκείνη του 2009, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει πίσω στην Ελλάδα το ξέρω, ακόμα και τότε, υπάρχει αυτή η μικρή αμφιβολία “μήπως κάναμε λάθος τελικά;”

Αλλά, αφού τελείωσε  το CD και κλείσαμε το λάπτοπ και βγήκαμε για την απογευματινή μας βόλτα στο πάρκο εδώ δίπλα, οι αμφιβολίες μας φάνηκαν όλο και πιο μακρινές. Δεν θα έχω ποτέ μια σαφή απάντηση, αλλά θα ξέρω πως η τωρινή μας ζωή με κάνει πολύ ευτυχισμένη. Κι αυτό δεν θα το άλλαζα με τίποτα.

8 Comments

Filed under Homesickness and other maladies