Category Archives: On leaving.

Γκρικ-αμέρικαν

Κατεβαίνουμε στην στάση Ταύρος και προσπαθούμε να βγούμε στην Πειραιώς για να προλάβουμε μια παράσταση για τους Θεούς του Ολύμπου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ο Μικρός Άνθρωπος τρέχει μπροστά, είναι αυτή η καινούργια εμμονή του με την ελληνική μυθολογία που μας έφερε ως εδώ, περπατάμε και ρωτάμε σε περίπτερα και κάποια στιγμή κοντοστέκεται μπροστά σε ένα εικονοστάσι. Για σένα που είσαι καινούργιος στην Ελλάδα, είναι αυτά τα μικρά κολωνάκια που στην κορυφή τους έχουν μια μικρογραφία εκκλησίας με καντήλι και εικόνες μέσα. Προσπαθεί ν’ ανοίξει το γυάλινο πορτάκι. Έχει λουκέτο.

“Κοίτα μαμά, μια βιβλιοθήκη. Αλλά είναι κλειδωμένη.”

Το παιδί του Ann Arbor που έχει συνηθίσει να βρίσκει μικρές ξύλινες βιβλιοθήκες μπροστά στους κήπους των γειτόνων μας και να ανοίγει για να πάρει ένα βιβλίο για τη βόλτα, μπερδεύεται.

“Πάμε, θα αργήσουμε.”

Νομίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει τη διαφορά της καθημερινότητάς μας από το Ann Arbor στην Αθήνα, όσο αυτή η σκηνή. Που αν την είχα βάλει σε μια ταινία, το κοινό θα μου πετούσε τα ποπ κορν στο κεφάλι για το κλισέ των συμβολισμών.

Την σκέφτομαι όμως συνέχεια και την σκέφτομαι και μέσα στην παράσταση, με την φωνή της Κάρμεν Ρουγγέρη να μιλάει για την Αθηνά, την προστάτιδα της πόλης μας, θεά της Σοφίας, της Γνώσης και των Τεχνών.

Σκέφτομαι και όλες αυτές τις φορές που έπρεπε να προειδοποιήσω τα παιδιά μου να μην τρέχουν χαρούμενα στην Αρεοπαγίτου γιατί έχει μηχανάκια και αυτοκίνητα πάνω στον πεζόδρομο. Για τις φορές που έπρεπε να εξηγήσω ότι υποτίθεται ότι είναι αστείες αυτές οι αγριοφωνάρες των μεσήλικων που δεν έμαθαν ποτέ να μιλάνε στα παιδιά και τα τρομάζουν. Για τις προσβολές που έχω καταπιεί ώστε να μην καβγαδίσω μπροστά τους τα πρωινά που κατέβηκα με το καρότσι στο δρόμο γιατί δεν υπήρχε χώρος στο πεζοδρόμιο. Γιατί φέτος δεν θα κάνουμε την επίσκεψη στο παλιό γραφείο της μαμάς στη Μιχαλακοπούλου, εκεί που ήταν όλες οι φίλες και τα τεύχη με τις γυαλιστερές σελίδες, εκεί που πάντα υπήρχαν γλυκά και δώρα και ένα στούντιο φωτογράφισης όπου ανακάλυπταν μπαλόνια και μπουρμπουλήθρες.

Αλλά, σκέφτομαι και ότι τώρα που μιλάμε κάνουν το δεύτερο μπάνιο τους στη θάλασσα. Και θα τρέξουν μέσα σε πεζόδρομους με λουλούδια κι ανθισμένα δέντρα που δεν έχουν δει χιόνι εδώ και χρόνια. Και μετά θα γυρίσουν για φαγητό στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς που έχει πάντα γλυκά και δώρα και ένα συρτάρι με μπαλόνια και μπουρμπουλήθρες.

Το βράδυ διαβάζουμε για τον Κέκροπα, μισός φίδι, μισός άνθρωπος, ιδρυτής της πόλης μας. Όλοι οι Αθηναίοι κατάγονται από αυτόν, λέει στο τέλος της σελίδας. Περιμένω ν’ αναρωτηθεί αν είναι κι ο ίδιος απόγονος του φιδάνθρωπου, αλλά δεν με ρωτάει τίποτα. Κρίμα, απογοητεύομαι, δεν αισθάνεται Αθηναίος.

Δεν ξέρω τι αισθάνεται. Πώς ορίζει την ταυτότητά του. Με ποιους ταυτίζεται.

Όταν φύγαμε από το Ann Arbor, με μερικές βαλίτσες και πολλές αναμνήσεις, αγκάλιασε τους συμμαθητές του δακρυσμένος. Στα 5 του ξέρει ήδη τον πόνο του αποχωρισμού και της νοσταλγίας. Τις πρώτες μέρες στην Ελλάδα με ρωτούσε πότε θα πάμε στο αεροδρόμιο να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα ξαναγυρίσουμε στο Μίσιγκαν, του εξηγώ. Το διδακτορικό τελείωσε, όταν ξαναπάρουμε το αεροπλάνο θα είναι για μια καινούργια πόλη της Αμερικής. Μπερδεύεται, θυμώνει. Ο μικρός αδερφός του είναι κολλημένος πάνω μας. Δεν έχει ακόμα λέξεις να μας ζητήσει το ίδιο, αλλά όταν βλέπει φωτογραφίες από το Ann Arbor κλαίει και φωνάζει “this, this!”. Τους βγάζω βιαστικά έξω να κάνουν ποδήλατο. Ναι, αλλά δεν είναι ωραία εδώ που έχουμε ήλιο;

“Θέλω να γυρίσω σπίτι.”

Τα παιδιά των μεταναστών έχουν πολλά σπίτια. Τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά, που τελικά δεν ανήκουν σε κανένα. Ακολουθούν τους γονείς τους σε ένα κύμα αναζήτησης. Δουλειές, σπουδές, έρευνες, διακοπές, τα αεροπλάνα μας αφήνουν σε κανούργιες πόλεις κάθε φορά.

Σαν τη Λητώ, του λέω. Που γύριζε από πόλη σε πόλη και από νησί σε νησί προσπαθώντας να βρει ένα μέρος να γεννήσει.

“Μας κυνηγάει κι εμάς η Ήρα;”

Μπορείς να το πεις κι έτσι.

 

library

 

 

 

 

Advertisements

3 Comments

Filed under Athens story, Homesickness and other maladies, On leaving.

Athens love

αχ, αυτή η χαρά της επιστροφής, οι πρώτες σφιχτές αγκαλιές με τις φίλες και τους φίλους, οι μικρές κραυγές ευτυχίας, τα νέα που λέτε λέτε μέχρι να ζεσταθεί ο παγωμένος καφές κάπου στην πόλη και όταν χωρίζετε νιώθεις πως δεν προλάβατε να πείτε και τίποτα. Η Αθήνα του μυαλού μου δεν μοιάζει σε τίποτα με την Αθήνα της κρίσης, αλλά οι δικοί μου άνθρωποι είναι οι ίδιοι, κι αυτοί ακριβώς κάνουν την επιστροφή τόσο υπέροχη.

Αφήνουμε τον Μικρό Άνθρωπο να τρέξει στον Εθνικό Κήπο, να κατέβει κουτρουβαλώντας την Αεροπαγίτου και προσπαθώ να κρατήσω στο μυαλό μου αυτήν την εικόνα, σαν νοητικό κλικ, να το παιδάκι μου που χοροπηδάει χαρούμενο κάτω από την Ακρόπολη, το παιδάκι μου που γεννήθηκε στην Αμερική και περπάτησε στην Τουρκία, αλλά θέλω να νιώθει και την Αθήνα σπίτι του, την Αθήνα με τον τρελό στο μετρό που μπήκε μέσα και ούρλιαζε υπερ της Χρυσής Αυγής και τον έκανε να κλάψει από τρόμο, την μεγαλούπολη της απίστευτης ομορφιάς και ασχήμιας, καμιά μέση κατάσταση εδώ, μόνο άκρα που μπερδεύουν τον μικρό εγκέφαλο και χτυπάνε κόκκινο τα μητρικά ένστικτα.

Οι πρώτες μέρες είναι ένας σίφουνας από γέλια και νέα και γραφειοκρατικές εκρεμότητες που περιμένουν τους ξενιτεμένους με το που φτάσουν, φορολογικές δηλώσεις και απλήρωτα κοινόχρηστα σ’ αυτό το διαμέρισμα που κρατάμε ακόμα με αγάπη για να νιώθουμε πως έχουμε ακόμα ένα σπίτι για τα βιβλία μας εδώ. Μισάνοιχτες βαλίτσες, μπερδεμένα κέρματα στο πορτοφόλι, σηκώνω το κεφάλι στην σερβιτόρα και ετοιμάζομαι να της πω τεσεκιούρ εντερίμ, κρατιέμαι τελευταία στιγμή.

Στην αρχή μου φάνηκε περίεργο που καταλάβαινα τι λένε οι διπλανοί μου, που μπορούσα να διαβάσω όλες τις επιγραφές στο δρόμο, δεν είχα καταλάβει ακριβώς πόσο απομονωτικό είναι να ζεις σε χώρα που δεν μιλάς τη γλώσσα μέχρι που ήρθα πίσω, ας κατεβάσω και το δικό μου volume, τέρμα τα αστεία σε δημόσιους χώρους κάτω από την ασφάλεια της γλώσσας που δεν καταλάβαινε κανείς άλλος.

Ήρθε η ώρα να ξαναφορέσω ρολόι, πάει το κάλεσμα για την προσευχή από το διπλανό τζαμί που μου θύμιζε ότι περνάει η μέρα, δεν υπάρχουν κορίτσια με μαντίλα στο μετρό, τα κουλούρια είναι διαφορετικά, να, τώρα που το λέμε, πολύ λιγουρεύτηκα ένα κεμπάπ.

Από την Κωνσταντινούπολη ως την Αθήνα, μια τόσο σύντομη πτήση και τόσο διαφορετική καθημερινότητα.

Μπαίνω στο παλιό μου γραφείο και κοιτάω τις μύτες των παπουτσιών μου, προσπαθώ να αγνοήσω τις σειρές με τα άδεια γραφεία που προσπερνάω, όταν μετακομίσαμε σ’ αυτό το κτίριο στην Μιχαλακοπούλου δεν χωρούσαμε και μαλώναμε για ένα τετραγωνικό, και τώρα ακούς τον ήχο των βημάτων σου στο διάδρομο, αν υπάρχει μία εικόνα για την κρίση είναι αυτοί οι σκοτεινοί υπολογιστές και τα γραφεία που έχουν ακόμα κολλημένα στους τοίχους γύρω τους φωτογραφίες και καρτ ποστάλ να θυμίζουν ότι κάποτε υπήρχε κάποιος εδώ, άδειες καρέκλες και παρατημένα ποστ-ιτ.

Στοίβες τα τεύχη που έχασα, τα κουβαλάω και τα διαβάζω όλα μαζί λαίμαργα, τα κείμενά μου, τα κείμενα των φίλων μου, editorials, καινούργια στέκια που φωτογραφίζουν και ένα χρόνος καθημερινότητας σε γυαλιστερές σελίδες που τον πέρασα πάλι σε άλλη χώρα.

Αναπνέουμε τον αέρα και τις μυρωδιές της πόλης αυτής, πριν πάρουμε τις ίδιες βαλίτσες να μεταφερθούμε για έναν μήνα στη Θεσσαλονίκη και μετά, αχ, μετά πάλι πίσω στην Αμερική, τη βάση μας, μου έχει λείψει το Ann Arbor, η ευκολία της ζωής εκεί, οι φίλοι που φτιάξαμε πάνω από ζεστές σοκολάτες στους ατέλειωτους χειμώνες, οι ανοιχτές βιβλιοθήκες και τα μουσεία για παιδιά.

Το καλοκαίρι στην Ελλάδα περνάει τόσο γρήγορα, θέλεις να κρατήσει κι άλλο, να προλάβεις να τους δεις όλους, να χορτάσεις εικόνες και νοητικά κλικ, να χορτάσει ο Μικρός Άνθρωπος τους έλληνες παππούδες, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις το χρόνο, μέσα Ιουνίου ήδη, μα, να πριν πέντα λεπτά λέγαμε καλό μήνα.

Καλό καλοκαίρι φίλη μου, μην αφήσεις ούτε μια μέρα χωρίς να κάνεις κάτι ωραίο, κάτι δημιουργικό, σου λέω, τα εισιτήρια δεν αλλάζουν και σύντομα θα μου λείψεις και πάλι.

 

Leave a comment

Filed under Athens story, Friends connection, Homesickness and other maladies, On leaving.

ζητείται μικρό δαχτυλάκι ή χαρίζεται γωνία

ξέρεις αυτές τις ύπουλες γωνίες που παραφυλάνε την μέρα που θα είσαι ξυπόλτη και αγουροξυπνημένη και κάνουν επίθεση στο μικρό δαχτυλάκι του ποδιού με τέτοια μανία που μπορεί να βρεθείς με πάγο πάνω στο πρησμένο και μελανιασμένο θύμα (όχι εγώ, μια φίλη μου). Ναι, το ξέρεις, αν ζεις σε σπίτι με έπιπλα και εγώ το θυμήθηκα εχθές που κλώτσησα κατά λάθος μεν, με μανία δε, μια βιβλιοθήκη λες και της τα είχα μαζεμένα καιρό και βρέθηκα με το εν λόγω πρησμένο και μελανιασμένο άκρο. Αλλά, δεν είναι αυτό το νέο, αυτό είναι οριακά αναμενόμενο αν με ξέρεις έστω και λίγο. Το νέο έρχεται τη στιγμή που διηγούμαι το πάθημά μου και με ρωτάει κάποιος αν άλλαξα πρόσφατα θέση στο ένοχο έπιπλο (προσπαθούσε μάλλον να βρει μια λογική εξήγηση) και εγώ απάντησα όχι, όχι, είναι εκεί από τότε που μετακομίσαμε στην αμερική, πέρσι. Μικρή παύση. Πρόπερσι.

Έκλεισα δυο χρόνια στην ξενιτιά φίλη, στις 6 Ιουνίου του 2010 αποβιβάστηκα στο συμβολικό Ellis Island (στην Μινεάπολη για την ακρίβεια, στο σπίτι των Στρόβιλων αλλά μην το κάνουμε θέμα) και μάλλον θα κλείσω και τρίτο χρόνο πριν έρθω να σε δω στην πόλη μας.

Θα ήθελα να σου φτιάξω μια λίστα με τίτλο “όλα όσα μου έμαθαν 2 χρόνια μετανάστευσης” αλλά άκου να δεις κάτι περίεργο, έχω συνηθίσει τόσο πολύ στην καθημερινότητα της καινούργιας πόλης που δυσκολεύομαι να καταγράψω τι είναι καινούργιο, τι μου έκανε εντύπωση και τι εξέλαβα σαν αναμενόμενο από τις προηγούμενες εμπειρίες μου. Καλομαθαίνεις γρήγορα φίλη στην ωραία καθημερινότητα, τόσο γρήγορα που μπερδεύεσαι και μετά αγχώνεσαι, φοβάσαι μην στην πάρουν κι αυτή, όπως σου πήραν την ασφαλή Αθήνα και τις βόλτες στο κέντρο τα ξημερώματα.

Βόλτα είπα και θυμήθηκα, άσε με λίγες μέρες με τον πάγο στο πατουσάκι και θα επανέλθω δριμύτερη, έχουμε να πάμε σε όοοοολες τις συναυλίες του summer festival ε;

3 Comments

Filed under American woman?, Ann Arbor story, On leaving.

περνάμε καλά στις πρόβες και βγαίνει στο κοινό

Να εδώ στο lounge των διδακτορικών, κάθομαι μπροστά σε ένα ασημένιο imac και κάνω πως στήνω σελίδες για το περιοδικό. Τι, θέλει κόψιμο η Επένδυση; Αμέσως, απαντάω στον εαυτό μου και παίζω με το ποντίκι κάνοντας πως διαγράφω λέξεις. Τι; Τώρα θέλει συμπλήρωμα; Έρχομαι! με ξανακαθησυχάζω και πιάνω δουλειά.

Πώς ήσουν μικρή και υποκρινόσουν ότι έχεις μαγαζί; Ή ό,τι είσαι πυροσβέστης; Ή ότι όπου να ‘ναι έρχονται να σου πάρουν συνέντευξη; Ε, εγώ κάνω πως είμαι περιοδικατζού. Το αστείο είναι πως είμαι ακόμα γραφιάς σε περιοδικά. Και το πιο αστείο, ότι δεν θα ξαναγύριζα ποτέ στο πραγματικό γραφείο του άγχους και του κλεισίματος. Αλλά, να, εχθές έβλεπα το ντοκιμαντέρ για τον Bill Cunningham και εκεί, σε μια σκηνή που μαλώνει με τον αρτ μπροστά σε ένα μακ για το πού θα πάει κάθε φωτογραφία, ένιωσα μια μικρή νοσταλγία, όχι για τον καβγά, αλλά να, για το δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς. Γιατί είναι εκεί και σε γεμίζει με αρκετή ενέργεια ώστε να επιστρέψεις στο γραφείο την επόμενη μέρα οικειοθελώς, αντί να το σκάσεις μέσα στην νύχτα ουρλιάζοντας. Αλλά τώρα, μετά τις περίφημες περικοπές και το κόψιμο των μπάτζετ στο ελάχιστο, η δημιουργία έχει πάει στον πλανήτη με τα χαμένα μπικ και όλοι απλώς προσπαθούν να στείλουν το τεύχος στην ώρα του να τυπωθεί. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάποιοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο που μπορούν, να συνεχίσουν να δημιουργούν με όρεξη και φαντασία. Σ’ αυτούς πάει το σημερινό ποστ, γιατί είμαι ακόμα στο μουντ των τυπωμένων σελίδων και θέλω να σου πω εσένα, αγαπημένη αναγνώστρια, την επόμενη φορά που θα δεις κάτι και θα σου αρέσει, στείλε ένα ενθαρρυντικό μέιλ σ’ αυτό το περιοδικό και πες το, γιατί έτσι όπως έχουμε φτάσει, οι περιοδικατζούδες θα γίνουν σαν τις θεατρίνες, μόνο από το χειροκρότημα θα ζούμε.

(blast from the past: όταν περίμενα να βγει η ταινία)

5 Comments

Filed under On leaving., Random days and nights

ιζ δατ γιου σαντα κλοζ;

δεν ξέρω πότε το “-θα βγούμε βόλτα; -μπα, χιονίζει”, μετατράπηκε σε “-χιονίζει. -πάμε βόλτα να το χαρούμε!” (με Πολλά Θαυμαστικά που δεν πληκτρολογώ για λόγους αρχής). Είναι αστείο πόσο εύκολα προσαρμόζομαι στις καινούργιες συνθήκες, στην καθημερινότητα εδώ. Και σήμερα, πάνω από ένα κάπκεϊκ με σοκολάτα και φυστικοβούτυρο, δίπλα στην υφασμάτινη τσάντα (επαναχρησιμοποίηση λέμε) γεμάτη γλυκοπατάτες από το φάρμερς μάρκετ, μπροστά από το παράθυρο του χιονισμένου πεζόδρομου, έκανα σχέδια για τα Χριστούγεννα σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, σαν να έχω περάσει όλες τις γιορτές της ζωής μου σ’ αυτό το time zone, σαν να μην ξέρω τίποτα πέρα από την γαλοπούλα με τα κράνμπερις και τις ανταλλαγές δώρων τύπου σίκρετ σάντα. Είχα υποτιμήσει αυτή τη σαρωτική αίσθηση ευτυχίας που παγώνει και καταχωνιάζει μέσα σε φωτογραφικά άλμπουμ κάθε προηγούμενη ανάμνηση, ενώ εντείνει το παρόν, αυτό που φτιάχνεις εσύ με τα χεράκια σου, αυτή την ωραία καθημερινότητα που κυνηγήσαμε κι αποκτήσαμε όταν το σκάσαμε από την άλλη, την κορνιζαρισμένη.

Η κορνιζαρισμένη καθημερινότητα όμως, έχει τρόπους να εισβάλει στην χρωματιστή, την φρέσκια, την DIY και είναι συνήθως ύπουλοι. Όπως το τηλεφώνημα που ήρθε νωρίτερα. “Ο παππούς σου πέθανε” ακούω κι ενώ αναγνωρίζω τις λέξεις, δεν πιάνω το νόημα, γιατί δεν ήμουν εκεί, δεν πήγα στην κηδεία, δεν θα δω το άδειο σπίτι του για ενάμιση χρόνο ακόμα μέχρι να ξαναεπισκεφτώ την Ελλάδα, δεν θα καταλάβω την απουσία του. “Μου τέλειωσαν οι παππούδες λοιπόν” λέω, “μου έμειναν μόνο οι Στρόβιλοι.”

Ο Τελευταίος Παππούς, ήταν ο παππούς των σαββατοκύριακων. Όλα τα παιδιά της Αθήνας έχουν και έναν τέτοιο, έναν εξωτικό παππού που βλέπουν μόνο στις γιορτές και τους ανοίγει την πόρτα σε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο με μυστηριώδη υπόγεια, τερατόμορφα γεωργικά εργαλεία και χοντρά βαρέλια με κόκκινο κρασί.

Τον δικό μου Εξωτικό Παππού τον αποχαιρέτησα από κοντά το περασμένο καλοκαίρι, λίγο πριν φύγω από την Ελλάδα, όταν ήταν ήδη άρρωστος και ξέραμε και οι δύο ότι δεν θα τον ξαναδώ. Και εκείνη την μέρα, μάζεψε όλες του τις δυνάμεις και διηγήθηκε ψιθυριστά στον Γουίλ, για εκατομμυριοστή φορά ίσως,  πως όταν ήμουν μικρή έσπαγα όλα τα ποτήρια που έβρισκα μπροστά μου και γελούσα δυνατά λέγοντας “κακ!”. Και ο Γουίλ γέλασε για εκατομμυριοστή φορά σε όλα τα σωστά σημεία και του έσφιξε το χέρι για να του δείξει ότι άκουσε και κατάλαβε τα πάντα, επειδή ο Εξωτικός Παππούς πάντα μπερδευόταν με τον Ξανθό Αμερικάνο μπροστά του, δεν ήξερε πόσο καλά καταλαβαίνει την γλώσσα, παρά τις διαβεβαιώσεις μας.

Δοκιμάζω να ψιθυρίσω “κακ” μόνη μου, αλλά δεν είναι αστείο τώρα που μπορώ να πω το ρο, και ο παππούς του σαββατοκύριακου δεν θα είναι εκεί όταν επισκεπτώ την κορνιζαρισμένη πραγματικότητα, ένας συνδετικός κρίκος που χάθηκε, ένας ακόμη λόγος που η καινούργια καθημερινότητα με τον ήχο του φρέσκου χιονιού και το κάλεσμα από το καμπανάκι του salvation army σε κάθε γωνία της πόλης, γίνεται η μόνη πραγματικότητα που αναγνωρίζω.

4 Comments

Filed under Homesickness and other maladies, On leaving.

δύσκολοι αποχαιρετισμοί: η ψήφος μου

Μιλάτε όλοι για εκλογές και εγώ το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως δεν μπορώ να ψηφίσω. Δεν γίνεται να είσαι ενεργός πολίτης εξ αποστάσεως, λέει, γιατί η Ελλάδα ζει τα μεγάλα κύμματα μετανάστευσης μόνο εκατό χρόνια τώρα, πού να προλάβει μωρέ να οργανώσει ένα σύστημα ψηφοφορίας για την διασπορά της; Σωστά, σωστά. Και όλοι αυτοί οι δεκάδες χιλιάδες φοιτητές που ακούμε κάθε τόσο ότι είναι στην Αγγλία και την Βουλγαρία και την Ιταλία; Ααααα, τώρα θυμήθηκα, αυτοί είχαν άλλο σύστημα, οργανωμένο, επικοινωνούσες με το κόμμα σου και σου έκλεινε θέση στο πουλμανάκι που θα σε έφερνε δωρεάν στην Ελλάδα, να δεις την μανούλα, να πακετάρεις ταπεράκια για τον χειμώνα και να ψηφίσεις με την ευκαιρία. Δεν έχει πούλμαν από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ. Θα μείνω χωρίς ψήφο και ταπεράκια λοιπόν.

Ο Αμερικάνος Σύζυγος από την άλλη περιμένει να μας έρθει το ειδικό φακελάκι με το εσώκλειστο μολύβι στο mail box, όπως του ερχόταν εκείνου όσο ζούσαμε στην Αθήνα, που όχι μόνο δεν έχασε τις εκλογές, αλλά μπόρεσε να ψηφίσει και τα εσωκομματικά, σαν Democrat Abroad, τότε στην μεγάλη μάχη μεταξύ του Ομπάμα και της Χίλαρι. Και το αστείο είναι πως η Αμερική είναι παραδοσιακά η χώρα που δέχεται τους μετανάστες, δεν τους ξαποστέλνει, αλλά οι πολίτες της δεν θα νιώσουν ποτέ ότι είναι παιδιά ενός κατώτερου συστήματος.

Μην κρατάς την ανάσα σου, του λέω σε άπταιστα αμερικάνικα, δεν θα έρθει ποτέ το ρημαδοφακελάκι. Γι’ αυτό άλλωστε φύγαμε, γιατί εμείς συνήθως τα δίναμε, δεν τα παίρναμε, συνεχίζω και γελάω μόνη μου μ’ αυτά που λέω, αλλά εκείνος ποτέ δεν γέλασε με τέτοια αστεία, πιστεύει ακόμα πως έπρεπε να καταγγείλουμε τους γιατρούς που το δέχτηκαν, και τους άλλους που δεν μας έκοψαν απόδειξη, και τους τρίτους που δεν πλήρωναν το ΦΠΑ, και πάντα του έλεγα ότι σιγά μην τα δώσουμε να μας τα φάει το κράτος, κι εκείνος απαντούσε ότι αυτό είναι το καθήκον σου προς την κοινωνία. Δεν ξέρω. Όταν αρχίζει αυτά τα ηθικοπλαστικά, απαριθμώ από μέσα μου τουίντ σακάκια, τα παιδιά του Πειραιά, τις σεζόν της Ugly Betty, τις κούνιες του απέναντι πάρκου. Πώς να πάρω στα σοβαρά έναν άνθρωπο που είχε κομπιούτερ και οργανωμένο χημείο στο (δημόσιο) σχολείο του; Πώς να τον εμπιστευτώ όταν ξέρει ότι μόλις βγει στην στάση το λεωφορείο θα έρθει στην ώρα του; Πώς να τον ακούσω για ευθύνη και υπευθυνότητα όταν ψήφιζε από το κέντρο της Αθήνας για το απότελεσμα του Λευκού Οίκου; Πφφφφ, τι ξέρει μωρέ αυτός ο Αμερικάνος;

4 Comments

Filed under American woman?, On leaving.

κάνε με πρωθυπουργό για μια μέρα και θα τα βάλω όλα σε τάξη

άκου να δεις τι πρόσεξα, ακόμα και στα αστεία του facebook ποτέ δεν προτείνει κανείς γυναίκα πρωθυπουργό. Ούτε για πλάκα λοιπόν. Αντίθετα όλοι κρατάμε την αναπνοή μας καθώς μερικοί άντρες που ήδη τα έχουν κάνει σκατά προσπαθούν να συμφωνήσουν τον διάδοχο. Όλες οι παραπάνω λέξεις είναι αρσενικά ουσιαστικά, όπως θα τα δίδασκα στις μαθήτριές μου εδώ. Ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος, ο διάδοχος, ο αρχηγός, α, να μην ξεχάσω, ο μαλάκας που φοριέται unisex πια.

μετά έρχονται αυτά τα μέιλ από ιντερνετικές φίλες με το πιο αγωνιώδες ερώτημα του τελευταίου χρόνου: να μείνω ή να φύγω; Να φύγεις, τους γράφω πάντα. Αυτές τις μέρες το εξέλιξα σε πιο επείγον: να φύγεις όσο προλαβαίνεις. Με θαυμαστικά στο τέλος.

Στην επόμενη ξέρω τι θα πω: να φύγεις και -προσοχή!- ό,τι και αν ακούσεις, ΜΗΝ κοιτάξεις πίσω σου γιατί θα  μεταμορφωθείς σε στήλη άλατος. Ή ανασφάλιστη σερβιτόρα. Ή λάστιχο από το ένα ιδιαίτερο στο άλλο. Ή μια στατιστική μονάδα στο 40% της ανεργίας. Ή στην καλύτερη περίπτωση, μια υπάλληλος αναγκασμένη να ζει για πάντα με τους γονείς της γιατί ο κατώτατος μισθός έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το κόστος ζωής και τα ενοίκια μια άλλης χώρας.

Να φύγεις, να πας κάπου αλλού, εκεί που θα μπορέσεις να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Ακόμα και το να γίνεις πρωθυπουργός μια μέρα.

 

 

2 Comments

Filed under On leaving.