Category Archives: On leaving.

Athens love

αχ, αυτή η χαρά της επιστροφής, οι πρώτες σφιχτές αγκαλιές με τις φίλες και τους φίλους, οι μικρές κραυγές ευτυχίας, τα νέα που λέτε λέτε μέχρι να ζεσταθεί ο παγωμένος καφές κάπου στην πόλη και όταν χωρίζετε νιώθεις πως δεν προλάβατε να πείτε και τίποτα. Η Αθήνα του μυαλού μου δεν μοιάζει σε τίποτα με την Αθήνα της κρίσης, αλλά οι δικοί μου άνθρωποι είναι οι ίδιοι, κι αυτοί ακριβώς κάνουν την επιστροφή τόσο υπέροχη.

Αφήνουμε τον Μικρό Άνθρωπο να τρέξει στον Εθνικό Κήπο, να κατέβει κουτρουβαλώντας την Αεροπαγίτου και προσπαθώ να κρατήσω στο μυαλό μου αυτήν την εικόνα, σαν νοητικό κλικ, να το παιδάκι μου που χοροπηδάει χαρούμενο κάτω από την Ακρόπολη, το παιδάκι μου που γεννήθηκε στην Αμερική και περπάτησε στην Τουρκία, αλλά θέλω να νιώθει και την Αθήνα σπίτι του, την Αθήνα με τον τρελό στο μετρό που μπήκε μέσα και ούρλιαζε υπερ της Χρυσής Αυγής και τον έκανε να κλάψει από τρόμο, την μεγαλούπολη της απίστευτης ομορφιάς και ασχήμιας, καμιά μέση κατάσταση εδώ, μόνο άκρα που μπερδεύουν τον μικρό εγκέφαλο και χτυπάνε κόκκινο τα μητρικά ένστικτα.

Οι πρώτες μέρες είναι ένας σίφουνας από γέλια και νέα και γραφειοκρατικές εκρεμότητες που περιμένουν τους ξενιτεμένους με το που φτάσουν, φορολογικές δηλώσεις και απλήρωτα κοινόχρηστα σ’ αυτό το διαμέρισμα που κρατάμε ακόμα με αγάπη για να νιώθουμε πως έχουμε ακόμα ένα σπίτι για τα βιβλία μας εδώ. Μισάνοιχτες βαλίτσες, μπερδεμένα κέρματα στο πορτοφόλι, σηκώνω το κεφάλι στην σερβιτόρα και ετοιμάζομαι να της πω τεσεκιούρ εντερίμ, κρατιέμαι τελευταία στιγμή.

Στην αρχή μου φάνηκε περίεργο που καταλάβαινα τι λένε οι διπλανοί μου, που μπορούσα να διαβάσω όλες τις επιγραφές στο δρόμο, δεν είχα καταλάβει ακριβώς πόσο απομονωτικό είναι να ζεις σε χώρα που δεν μιλάς τη γλώσσα μέχρι που ήρθα πίσω, ας κατεβάσω και το δικό μου volume, τέρμα τα αστεία σε δημόσιους χώρους κάτω από την ασφάλεια της γλώσσας που δεν καταλάβαινε κανείς άλλος.

Ήρθε η ώρα να ξαναφορέσω ρολόι, πάει το κάλεσμα για την προσευχή από το διπλανό τζαμί που μου θύμιζε ότι περνάει η μέρα, δεν υπάρχουν κορίτσια με μαντίλα στο μετρό, τα κουλούρια είναι διαφορετικά, να, τώρα που το λέμε, πολύ λιγουρεύτηκα ένα κεμπάπ.

Από την Κωνσταντινούπολη ως την Αθήνα, μια τόσο σύντομη πτήση και τόσο διαφορετική καθημερινότητα.

Μπαίνω στο παλιό μου γραφείο και κοιτάω τις μύτες των παπουτσιών μου, προσπαθώ να αγνοήσω τις σειρές με τα άδεια γραφεία που προσπερνάω, όταν μετακομίσαμε σ’ αυτό το κτίριο στην Μιχαλακοπούλου δεν χωρούσαμε και μαλώναμε για ένα τετραγωνικό, και τώρα ακούς τον ήχο των βημάτων σου στο διάδρομο, αν υπάρχει μία εικόνα για την κρίση είναι αυτοί οι σκοτεινοί υπολογιστές και τα γραφεία που έχουν ακόμα κολλημένα στους τοίχους γύρω τους φωτογραφίες και καρτ ποστάλ να θυμίζουν ότι κάποτε υπήρχε κάποιος εδώ, άδειες καρέκλες και παρατημένα ποστ-ιτ.

Στοίβες τα τεύχη που έχασα, τα κουβαλάω και τα διαβάζω όλα μαζί λαίμαργα, τα κείμενά μου, τα κείμενα των φίλων μου, editorials, καινούργια στέκια που φωτογραφίζουν και ένα χρόνος καθημερινότητας σε γυαλιστερές σελίδες που τον πέρασα πάλι σε άλλη χώρα.

Αναπνέουμε τον αέρα και τις μυρωδιές της πόλης αυτής, πριν πάρουμε τις ίδιες βαλίτσες να μεταφερθούμε για έναν μήνα στη Θεσσαλονίκη και μετά, αχ, μετά πάλι πίσω στην Αμερική, τη βάση μας, μου έχει λείψει το Ann Arbor, η ευκολία της ζωής εκεί, οι φίλοι που φτιάξαμε πάνω από ζεστές σοκολάτες στους ατέλειωτους χειμώνες, οι ανοιχτές βιβλιοθήκες και τα μουσεία για παιδιά.

Το καλοκαίρι στην Ελλάδα περνάει τόσο γρήγορα, θέλεις να κρατήσει κι άλλο, να προλάβεις να τους δεις όλους, να χορτάσεις εικόνες και νοητικά κλικ, να χορτάσει ο Μικρός Άνθρωπος τους έλληνες παππούδες, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις το χρόνο, μέσα Ιουνίου ήδη, μα, να πριν πέντα λεπτά λέγαμε καλό μήνα.

Καλό καλοκαίρι φίλη μου, μην αφήσεις ούτε μια μέρα χωρίς να κάνεις κάτι ωραίο, κάτι δημιουργικό, σου λέω, τα εισιτήρια δεν αλλάζουν και σύντομα θα μου λείψεις και πάλι.

 

Leave a comment

Filed under Athens story, Friends connection, Homesickness and other maladies, On leaving.

ζητείται μικρό δαχτυλάκι ή χαρίζεται γωνία

ξέρεις αυτές τις ύπουλες γωνίες που παραφυλάνε την μέρα που θα είσαι ξυπόλτη και αγουροξυπνημένη και κάνουν επίθεση στο μικρό δαχτυλάκι του ποδιού με τέτοια μανία που μπορεί να βρεθείς με πάγο πάνω στο πρησμένο και μελανιασμένο θύμα (όχι εγώ, μια φίλη μου). Ναι, το ξέρεις, αν ζεις σε σπίτι με έπιπλα και εγώ το θυμήθηκα εχθές που κλώτσησα κατά λάθος μεν, με μανία δε, μια βιβλιοθήκη λες και της τα είχα μαζεμένα καιρό και βρέθηκα με το εν λόγω πρησμένο και μελανιασμένο άκρο. Αλλά, δεν είναι αυτό το νέο, αυτό είναι οριακά αναμενόμενο αν με ξέρεις έστω και λίγο. Το νέο έρχεται τη στιγμή που διηγούμαι το πάθημά μου και με ρωτάει κάποιος αν άλλαξα πρόσφατα θέση στο ένοχο έπιπλο (προσπαθούσε μάλλον να βρει μια λογική εξήγηση) και εγώ απάντησα όχι, όχι, είναι εκεί από τότε που μετακομίσαμε στην αμερική, πέρσι. Μικρή παύση. Πρόπερσι.

Έκλεισα δυο χρόνια στην ξενιτιά φίλη, στις 6 Ιουνίου του 2010 αποβιβάστηκα στο συμβολικό Ellis Island (στην Μινεάπολη για την ακρίβεια, στο σπίτι των Στρόβιλων αλλά μην το κάνουμε θέμα) και μάλλον θα κλείσω και τρίτο χρόνο πριν έρθω να σε δω στην πόλη μας.

Θα ήθελα να σου φτιάξω μια λίστα με τίτλο “όλα όσα μου έμαθαν 2 χρόνια μετανάστευσης” αλλά άκου να δεις κάτι περίεργο, έχω συνηθίσει τόσο πολύ στην καθημερινότητα της καινούργιας πόλης που δυσκολεύομαι να καταγράψω τι είναι καινούργιο, τι μου έκανε εντύπωση και τι εξέλαβα σαν αναμενόμενο από τις προηγούμενες εμπειρίες μου. Καλομαθαίνεις γρήγορα φίλη στην ωραία καθημερινότητα, τόσο γρήγορα που μπερδεύεσαι και μετά αγχώνεσαι, φοβάσαι μην στην πάρουν κι αυτή, όπως σου πήραν την ασφαλή Αθήνα και τις βόλτες στο κέντρο τα ξημερώματα.

Βόλτα είπα και θυμήθηκα, άσε με λίγες μέρες με τον πάγο στο πατουσάκι και θα επανέλθω δριμύτερη, έχουμε να πάμε σε όοοοολες τις συναυλίες του summer festival ε;

3 Comments

Filed under American woman?, Ann Arbor story, On leaving.

περνάμε καλά στις πρόβες και βγαίνει στο κοινό

Να εδώ στο lounge των διδακτορικών, κάθομαι μπροστά σε ένα ασημένιο imac και κάνω πως στήνω σελίδες για το περιοδικό. Τι, θέλει κόψιμο η Επένδυση; Αμέσως, απαντάω στον εαυτό μου και παίζω με το ποντίκι κάνοντας πως διαγράφω λέξεις. Τι; Τώρα θέλει συμπλήρωμα; Έρχομαι! με ξανακαθησυχάζω και πιάνω δουλειά.

Πώς ήσουν μικρή και υποκρινόσουν ότι έχεις μαγαζί; Ή ό,τι είσαι πυροσβέστης; Ή ότι όπου να ‘ναι έρχονται να σου πάρουν συνέντευξη; Ε, εγώ κάνω πως είμαι περιοδικατζού. Το αστείο είναι πως είμαι ακόμα γραφιάς σε περιοδικά. Και το πιο αστείο, ότι δεν θα ξαναγύριζα ποτέ στο πραγματικό γραφείο του άγχους και του κλεισίματος. Αλλά, να, εχθές έβλεπα το ντοκιμαντέρ για τον Bill Cunningham και εκεί, σε μια σκηνή που μαλώνει με τον αρτ μπροστά σε ένα μακ για το πού θα πάει κάθε φωτογραφία, ένιωσα μια μικρή νοσταλγία, όχι για τον καβγά, αλλά να, για το δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς. Γιατί είναι εκεί και σε γεμίζει με αρκετή ενέργεια ώστε να επιστρέψεις στο γραφείο την επόμενη μέρα οικειοθελώς, αντί να το σκάσεις μέσα στην νύχτα ουρλιάζοντας. Αλλά τώρα, μετά τις περίφημες περικοπές και το κόψιμο των μπάτζετ στο ελάχιστο, η δημιουργία έχει πάει στον πλανήτη με τα χαμένα μπικ και όλοι απλώς προσπαθούν να στείλουν το τεύχος στην ώρα του να τυπωθεί. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάποιοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο που μπορούν, να συνεχίσουν να δημιουργούν με όρεξη και φαντασία. Σ’ αυτούς πάει το σημερινό ποστ, γιατί είμαι ακόμα στο μουντ των τυπωμένων σελίδων και θέλω να σου πω εσένα, αγαπημένη αναγνώστρια, την επόμενη φορά που θα δεις κάτι και θα σου αρέσει, στείλε ένα ενθαρρυντικό μέιλ σ’ αυτό το περιοδικό και πες το, γιατί έτσι όπως έχουμε φτάσει, οι περιοδικατζούδες θα γίνουν σαν τις θεατρίνες, μόνο από το χειροκρότημα θα ζούμε.

(blast from the past: όταν περίμενα να βγει η ταινία)

5 Comments

Filed under On leaving., Random days and nights

ιζ δατ γιου σαντα κλοζ;

δεν ξέρω πότε το “-θα βγούμε βόλτα; -μπα, χιονίζει”, μετατράπηκε σε “-χιονίζει. -πάμε βόλτα να το χαρούμε!” (με Πολλά Θαυμαστικά που δεν πληκτρολογώ για λόγους αρχής). Είναι αστείο πόσο εύκολα προσαρμόζομαι στις καινούργιες συνθήκες, στην καθημερινότητα εδώ. Και σήμερα, πάνω από ένα κάπκεϊκ με σοκολάτα και φυστικοβούτυρο, δίπλα στην υφασμάτινη τσάντα (επαναχρησιμοποίηση λέμε) γεμάτη γλυκοπατάτες από το φάρμερς μάρκετ, μπροστά από το παράθυρο του χιονισμένου πεζόδρομου, έκανα σχέδια για τα Χριστούγεννα σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, σαν να έχω περάσει όλες τις γιορτές της ζωής μου σ’ αυτό το time zone, σαν να μην ξέρω τίποτα πέρα από την γαλοπούλα με τα κράνμπερις και τις ανταλλαγές δώρων τύπου σίκρετ σάντα. Είχα υποτιμήσει αυτή τη σαρωτική αίσθηση ευτυχίας που παγώνει και καταχωνιάζει μέσα σε φωτογραφικά άλμπουμ κάθε προηγούμενη ανάμνηση, ενώ εντείνει το παρόν, αυτό που φτιάχνεις εσύ με τα χεράκια σου, αυτή την ωραία καθημερινότητα που κυνηγήσαμε κι αποκτήσαμε όταν το σκάσαμε από την άλλη, την κορνιζαρισμένη.

Η κορνιζαρισμένη καθημερινότητα όμως, έχει τρόπους να εισβάλει στην χρωματιστή, την φρέσκια, την DIY και είναι συνήθως ύπουλοι. Όπως το τηλεφώνημα που ήρθε νωρίτερα. “Ο παππούς σου πέθανε” ακούω κι ενώ αναγνωρίζω τις λέξεις, δεν πιάνω το νόημα, γιατί δεν ήμουν εκεί, δεν πήγα στην κηδεία, δεν θα δω το άδειο σπίτι του για ενάμιση χρόνο ακόμα μέχρι να ξαναεπισκεφτώ την Ελλάδα, δεν θα καταλάβω την απουσία του. “Μου τέλειωσαν οι παππούδες λοιπόν” λέω, “μου έμειναν μόνο οι Στρόβιλοι.”

Ο Τελευταίος Παππούς, ήταν ο παππούς των σαββατοκύριακων. Όλα τα παιδιά της Αθήνας έχουν και έναν τέτοιο, έναν εξωτικό παππού που βλέπουν μόνο στις γιορτές και τους ανοίγει την πόρτα σε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο με μυστηριώδη υπόγεια, τερατόμορφα γεωργικά εργαλεία και χοντρά βαρέλια με κόκκινο κρασί.

Τον δικό μου Εξωτικό Παππού τον αποχαιρέτησα από κοντά το περασμένο καλοκαίρι, λίγο πριν φύγω από την Ελλάδα, όταν ήταν ήδη άρρωστος και ξέραμε και οι δύο ότι δεν θα τον ξαναδώ. Και εκείνη την μέρα, μάζεψε όλες του τις δυνάμεις και διηγήθηκε ψιθυριστά στον Γουίλ, για εκατομμυριοστή φορά ίσως,  πως όταν ήμουν μικρή έσπαγα όλα τα ποτήρια που έβρισκα μπροστά μου και γελούσα δυνατά λέγοντας “κακ!”. Και ο Γουίλ γέλασε για εκατομμυριοστή φορά σε όλα τα σωστά σημεία και του έσφιξε το χέρι για να του δείξει ότι άκουσε και κατάλαβε τα πάντα, επειδή ο Εξωτικός Παππούς πάντα μπερδευόταν με τον Ξανθό Αμερικάνο μπροστά του, δεν ήξερε πόσο καλά καταλαβαίνει την γλώσσα, παρά τις διαβεβαιώσεις μας.

Δοκιμάζω να ψιθυρίσω “κακ” μόνη μου, αλλά δεν είναι αστείο τώρα που μπορώ να πω το ρο, και ο παππούς του σαββατοκύριακου δεν θα είναι εκεί όταν επισκεπτώ την κορνιζαρισμένη πραγματικότητα, ένας συνδετικός κρίκος που χάθηκε, ένας ακόμη λόγος που η καινούργια καθημερινότητα με τον ήχο του φρέσκου χιονιού και το κάλεσμα από το καμπανάκι του salvation army σε κάθε γωνία της πόλης, γίνεται η μόνη πραγματικότητα που αναγνωρίζω.

4 Comments

Filed under Homesickness and other maladies, On leaving.

δύσκολοι αποχαιρετισμοί: η ψήφος μου

Μιλάτε όλοι για εκλογές και εγώ το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως δεν μπορώ να ψηφίσω. Δεν γίνεται να είσαι ενεργός πολίτης εξ αποστάσεως, λέει, γιατί η Ελλάδα ζει τα μεγάλα κύμματα μετανάστευσης μόνο εκατό χρόνια τώρα, πού να προλάβει μωρέ να οργανώσει ένα σύστημα ψηφοφορίας για την διασπορά της; Σωστά, σωστά. Και όλοι αυτοί οι δεκάδες χιλιάδες φοιτητές που ακούμε κάθε τόσο ότι είναι στην Αγγλία και την Βουλγαρία και την Ιταλία; Ααααα, τώρα θυμήθηκα, αυτοί είχαν άλλο σύστημα, οργανωμένο, επικοινωνούσες με το κόμμα σου και σου έκλεινε θέση στο πουλμανάκι που θα σε έφερνε δωρεάν στην Ελλάδα, να δεις την μανούλα, να πακετάρεις ταπεράκια για τον χειμώνα και να ψηφίσεις με την ευκαιρία. Δεν έχει πούλμαν από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ. Θα μείνω χωρίς ψήφο και ταπεράκια λοιπόν.

Ο Αμερικάνος Σύζυγος από την άλλη περιμένει να μας έρθει το ειδικό φακελάκι με το εσώκλειστο μολύβι στο mail box, όπως του ερχόταν εκείνου όσο ζούσαμε στην Αθήνα, που όχι μόνο δεν έχασε τις εκλογές, αλλά μπόρεσε να ψηφίσει και τα εσωκομματικά, σαν Democrat Abroad, τότε στην μεγάλη μάχη μεταξύ του Ομπάμα και της Χίλαρι. Και το αστείο είναι πως η Αμερική είναι παραδοσιακά η χώρα που δέχεται τους μετανάστες, δεν τους ξαποστέλνει, αλλά οι πολίτες της δεν θα νιώσουν ποτέ ότι είναι παιδιά ενός κατώτερου συστήματος.

Μην κρατάς την ανάσα σου, του λέω σε άπταιστα αμερικάνικα, δεν θα έρθει ποτέ το ρημαδοφακελάκι. Γι’ αυτό άλλωστε φύγαμε, γιατί εμείς συνήθως τα δίναμε, δεν τα παίρναμε, συνεχίζω και γελάω μόνη μου μ’ αυτά που λέω, αλλά εκείνος ποτέ δεν γέλασε με τέτοια αστεία, πιστεύει ακόμα πως έπρεπε να καταγγείλουμε τους γιατρούς που το δέχτηκαν, και τους άλλους που δεν μας έκοψαν απόδειξη, και τους τρίτους που δεν πλήρωναν το ΦΠΑ, και πάντα του έλεγα ότι σιγά μην τα δώσουμε να μας τα φάει το κράτος, κι εκείνος απαντούσε ότι αυτό είναι το καθήκον σου προς την κοινωνία. Δεν ξέρω. Όταν αρχίζει αυτά τα ηθικοπλαστικά, απαριθμώ από μέσα μου τουίντ σακάκια, τα παιδιά του Πειραιά, τις σεζόν της Ugly Betty, τις κούνιες του απέναντι πάρκου. Πώς να πάρω στα σοβαρά έναν άνθρωπο που είχε κομπιούτερ και οργανωμένο χημείο στο (δημόσιο) σχολείο του; Πώς να τον εμπιστευτώ όταν ξέρει ότι μόλις βγει στην στάση το λεωφορείο θα έρθει στην ώρα του; Πώς να τον ακούσω για ευθύνη και υπευθυνότητα όταν ψήφιζε από το κέντρο της Αθήνας για το απότελεσμα του Λευκού Οίκου; Πφφφφ, τι ξέρει μωρέ αυτός ο Αμερικάνος;

4 Comments

Filed under American woman?, On leaving.

κάνε με πρωθυπουργό για μια μέρα και θα τα βάλω όλα σε τάξη

άκου να δεις τι πρόσεξα, ακόμα και στα αστεία του facebook ποτέ δεν προτείνει κανείς γυναίκα πρωθυπουργό. Ούτε για πλάκα λοιπόν. Αντίθετα όλοι κρατάμε την αναπνοή μας καθώς μερικοί άντρες που ήδη τα έχουν κάνει σκατά προσπαθούν να συμφωνήσουν τον διάδοχο. Όλες οι παραπάνω λέξεις είναι αρσενικά ουσιαστικά, όπως θα τα δίδασκα στις μαθήτριές μου εδώ. Ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος, ο διάδοχος, ο αρχηγός, α, να μην ξεχάσω, ο μαλάκας που φοριέται unisex πια.

μετά έρχονται αυτά τα μέιλ από ιντερνετικές φίλες με το πιο αγωνιώδες ερώτημα του τελευταίου χρόνου: να μείνω ή να φύγω; Να φύγεις, τους γράφω πάντα. Αυτές τις μέρες το εξέλιξα σε πιο επείγον: να φύγεις όσο προλαβαίνεις. Με θαυμαστικά στο τέλος.

Στην επόμενη ξέρω τι θα πω: να φύγεις και -προσοχή!- ό,τι και αν ακούσεις, ΜΗΝ κοιτάξεις πίσω σου γιατί θα  μεταμορφωθείς σε στήλη άλατος. Ή ανασφάλιστη σερβιτόρα. Ή λάστιχο από το ένα ιδιαίτερο στο άλλο. Ή μια στατιστική μονάδα στο 40% της ανεργίας. Ή στην καλύτερη περίπτωση, μια υπάλληλος αναγκασμένη να ζει για πάντα με τους γονείς της γιατί ο κατώτατος μισθός έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το κόστος ζωής και τα ενοίκια μια άλλης χώρας.

Να φύγεις, να πας κάπου αλλού, εκεί που θα μπορέσεις να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Ακόμα και το να γίνεις πρωθυπουργός μια μέρα.

 

 

2 Comments

Filed under On leaving.

το διαβατήριο σου και σ΄ άλλη παραλία

Μπαίνεις στο μπαρ με ύφος, όλοι μπροστά σου περνούν εύκολα από τον host δείχνοντας αυτές τις μικρές ταυτότητες που έχεις δει στις ταινίες, ο Τεράστιος στην είσοδο ξέρει πού να κοιτάξει, η ουρά κινείται γρήγορα, φτάνει η σειρά σου και βγάζεις το Διαβατήριο. Που εκείνη την ώρα σου φαίνεται σαν τόμος ολόκληρος. Ο Τεράστιος μισοκλείνει τα μάτια και ψάχνει την ημερομηνία γέννησης. Βρε αγάπη μου κλεισμένα τα 32 τα έχω, τι το θες και το κοιτάς, σκέφτεσαι από μέσα σου, αλλά αυτός κάνει την δουλειά του, με την μετανάστευση και το αλκοόλ δεν παίζουν στις ΗΠΑ, το στρίβει από εδώ, το στρίβει από εκεί, το εντοπίζει αυτό το ρημαδο1979, τσεκάρει την φωτογραφία, μετά εσένα που είσαι μια άλλη από το μακιγιάζ και την ντροπή και σε αφήνει να περάσεις. Δεν τολμάς να κοιτάξεις πίσω σου στην ουρά που σε αγριοκοιτάει μισόγυμνη στο κρύο, άσχετο αλλά αυτά τα κορίτσια με τα μίνι των καρντάσιαν στο χιόνι ποτέ δεν τα κατάλαβα και στο λέω εγώ που έχω φράξει και μερικές λέμφους από το τακούνι και το κάπνισμα. Κλείσιμο στιλιστικής παρένθεσης.

Πίσω στο διαβατήριο. Δεν είναι μόνο στο μπαρ, στα μαγαζιά που χρησιμοποιείς την πιστωτική ή όπου παραγγείλεις αλκοόλ. Είναι ΠΑΝΤΟΥ. Όσο περνούν οι μέρες, το διαβατήριό σου γίνεται ασήκωτο, σου θυμίζει πως δεν είσαι από εδώ, είσαι από κάπου αλλού, είσαι ξένος και αλίμονό σου αν το χάσεις, κάθε τρεις και λίγο τσεκάρεις την τσέπη της τσάντας, το ψηλαφίζεις, ουφ, ακόμα εκεί είναι, σώθηκες, δεν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσεις τον εφιάλτη της Ελληνοαμερικάνικης γραφειοκρατίας στο προξενείο. Και όλο το κουβαλάς μαζί σου, ακόμα και όταν δεν το χρειάζεσαι, φοβάσαι ότι θα γίνει κάτι και θα καταλήξεις στο τμήμα, εδώ στην ξένη χώρα που έχεις προφορά και πιο σκούρα χρώματα από τους Γερμανο-ιρλανδούς απογόνους των πρώτων μεταναστών, εδώ που θέλεις να φτιάξεις το καινούργιο σπιτικό σου, αλλά δεν σε αφήνει αυτό το διαβατήριο στην τσέπη, ξανατσεκάρεις αν είναι ακόμα εκεί, ουφ, δεν χάθηκε, οι γωνίες του είναι παρηγοριά τις μέρες που νιώθεις χαμένος στην νέα καθημερινότητα.

Νόμιζα ότι ήταν μόνο δική μου η εμμονή, αλλά στο τσατ ο Ζ. μίλησε για το ίδιο άγχος, έτσι είναι οι Έλληνες της ξενιτειάς, δεν μουτζώνονται αλλά μοιράζονται άγχη στο ίντερνετ, και ανέπνευσα ανακουφισμένη, δεν είμαι μόνο εγώ, είναι κι άλλοι λοιπόν που νιώθουν το διαβατήριο βάρος (χέρι ασυναίσθητα στην τσάντα, στην τσέπη που το βάζεις πάντα, ουφ, ακόμα εκεί είναι), βάρος ασήκωτο αλλά και ασφάλεια μαζί, σχεδόν θάρρος, είσαι εδώ νόμιμα, νόμιμα ρε, έρχεσαι από την ΕΕ, έχεις χαρτιά, bring it on, σκέφτεσαι τώρα όταν βλέπεις αστυνομικό, δεν σε φοβάμαι, έχω το διαβατήριό μου (ελέγχεις και πάλι την ειδική τσέπη), με σφραγίδες και όλο το σετ, σχεδόν εύχεσαι να σου ζητήσουν τα στοιχεία σου, μόνο και μόνο να τους τρίψεις στα μούτρα τον ρατσισμό τους, επαναστατείς καθυστερημένα για λόγους που δεν ξέρεις ούτε εσύ, βγάζεις το διαβατήριο από την τσάντα και το κρατάς σ’ ετοιμότητα, να ΚΟΙΤΑ έχω κι άλλο σπίτι που με περιμένει.

Ή τουλάχιστον είχα.

Είχα ένα άλλο σπίτι, εκεί στην πόλη που έβγαλα αυτό το διαβατήριο και ήξερα πως ό,τι και να γίνει, όπως και να μου φερθεί αυτή η ξένη χώρα μπορώ πάντα να γυρίσω εκεί, στην αγκαλιά της γειτονιάς που μεγάλωσα και της οικογένειας που κρεμάει κάδρα μου στο τζάκι σαν να είμαι μακαρίτης από τότε που έφυγα, όσο και να μου λείψει εκείνο το άλλο σπίτι μου, μπορώ πάντα να βγάλω ένα εισιτήριο και να γυρίσω πίσω. Δεν ξέρεις πόσο σημαντική είναι αυτή η σκέψη, εκεί στο πίσω μέρος του μυαλού που ανησυχεί μήπως χάσεις το διαβατήριο, τον ομφάλιο λώρο με όσα ξέρεις και αγαπάς, το plan B σου αν όλα πάνε στραβά. Δεν την εκτιμάς αυτήν την καθησυχαστική σκέψη μέχρι που έρχεται μια καινούργια να σε στείλει να ψαχουλεύεις το διαβατήριο με μεγαλύτερη αγωνία: δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω γιατί δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Δεν υπάρχει τίποτα; Τι λες; Υπάρχει η οικογένειά μου και οι φίλοι μου και τα νησιά και… και…και…ο ωραίος καιρός; Το plan B σου ξαφνικά ακούγεται σαν ταξιδιωτικό φυλλάδιο, το διαβατήριό σου γίνεται αξεσουάρ διακοπών. Το ξεφυλλίζεις και κρυφογελώντας με την κιτς διακόσμηση, παραδέχεσαι την αλήθεια. Δεν πρόκεται να φτιάξει η κατάσταση άμεσα. Θα βελτιωθεί με τον καιρό, αλλά ποτέ δεν θα γίνει όπως θα την ήθελες. Δεν θα φτιαχτούν πάρκα και βιβλιοθήκες αύριο, δεν θα κατέβουν όλα τα αυτοκίνητα από τις ράμπες, δεν θα μεταμορφωθούν όλοι οι αργόσχολοι δάσκαλοι μια νύχτα, δεν θα αναγεννηθεί το σύστημα υγείας από τις στάχτες του, δεν θα μάθει να χρησιμοποιεί το pc του ο χοντρός αγενής στο τμήμα αλλοδαπών του Νέου Ηρακλείου που ακόμα τον έχω άχτι, δεν θα φτάσει η ποιότητα της ζωής μας ποτέ τα επίπεδα που σε καλομαθαίνουν εδώ. Είχαμε μια ευκαιρία λέει να φτιάξουμε ωραίες πόλεις και σύγχρονα πανεπιστήμια, αλλά να μωρέ, θέλαμε τζιπ και πελατειακές σχέσεις, δεν θα ξαναπάρουμε ποτέ τόσα χρήματα μαζεμένα, ξέχνα τα όνειρά σου για σχολεία με καθηγητές που έχουν όρεξη και τα κατάλληλα βιβλία και εργαστήρια (καλά, ας ξεκινήσουμε από τα βιβλία).

Η επιστροφή στο σπίτι αναβάλεται μέχρι νεοτέρας. Επ’ αόριστον. Γι’ αυτό βάλε το διαβατήριό σου σε ακόμα πιο ασφαλή τσέπη, ή ακόμα καλύτερα κάνε αίτηση για αμερικάνικη ταυτότητα, δεν μπορείς άλλο να μένεις σαν ξένος εδώ, πρέπει να ενσωματωθείς με γρήγορους ρυθμούς, δεν έχεις πια plan B, μόνο μέρος για διακοπές έχεις, αν θέλεις να μείνεις στην χώρα που έχει οργανωμένα πανεπιστήμια, νοσοκομεία και σχολεία για το παιδί σου, στην χώρα που σαν συνταξιούχος θα περάσεις καλύτερα, μείνε εδώ, το μέλλον σου είναι εδώ πια, εδώ θα γίνει και το σπίτι σου λοιπόν.

5 Comments

Filed under American woman?, Homesickness and other maladies, On leaving.