Γκρικ-αμέρικαν

Κατεβαίνουμε στην στάση Ταύρος και προσπαθούμε να βγούμε στην Πειραιώς για να προλάβουμε μια παράσταση για τους Θεούς του Ολύμπου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ο Μικρός Άνθρωπος τρέχει μπροστά, είναι αυτή η καινούργια εμμονή του με την ελληνική μυθολογία που μας έφερε ως εδώ, περπατάμε και ρωτάμε σε περίπτερα και κάποια στιγμή κοντοστέκεται μπροστά σε ένα εικονοστάσι. Για σένα που είσαι καινούργιος στην Ελλάδα, είναι αυτά τα μικρά κολωνάκια που στην κορυφή τους έχουν μια μικρογραφία εκκλησίας με καντήλι και εικόνες μέσα. Προσπαθεί ν’ ανοίξει το γυάλινο πορτάκι. Έχει λουκέτο.

“Κοίτα μαμά, μια βιβλιοθήκη. Αλλά είναι κλειδωμένη.”

Το παιδί του Ann Arbor που έχει συνηθίσει να βρίσκει μικρές ξύλινες βιβλιοθήκες μπροστά στους κήπους των γειτόνων μας και να ανοίγει για να πάρει ένα βιβλίο για τη βόλτα, μπερδεύεται.

“Πάμε, θα αργήσουμε.”

Νομίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει τη διαφορά της καθημερινότητάς μας από το Ann Arbor στην Αθήνα, όσο αυτή η σκηνή. Που αν την είχα βάλει σε μια ταινία, το κοινό θα μου πετούσε τα ποπ κορν στο κεφάλι για το κλισέ των συμβολισμών.

Την σκέφτομαι όμως συνέχεια και την σκέφτομαι και μέσα στην παράσταση, με την φωνή της Κάρμεν Ρουγγέρη να μιλάει για την Αθηνά, την προστάτιδα της πόλης μας, θεά της Σοφίας, της Γνώσης και των Τεχνών.

Σκέφτομαι και όλες αυτές τις φορές που έπρεπε να προειδοποιήσω τα παιδιά μου να μην τρέχουν χαρούμενα στην Αρεοπαγίτου γιατί έχει μηχανάκια και αυτοκίνητα πάνω στον πεζόδρομο. Για τις φορές που έπρεπε να εξηγήσω ότι υποτίθεται ότι είναι αστείες αυτές οι αγριοφωνάρες των μεσήλικων που δεν έμαθαν ποτέ να μιλάνε στα παιδιά και τα τρομάζουν. Για τις προσβολές που έχω καταπιεί ώστε να μην καβγαδίσω μπροστά τους τα πρωινά που κατέβηκα με το καρότσι στο δρόμο γιατί δεν υπήρχε χώρος στο πεζοδρόμιο. Γιατί φέτος δεν θα κάνουμε την επίσκεψη στο παλιό γραφείο της μαμάς στη Μιχαλακοπούλου, εκεί που ήταν όλες οι φίλες και τα τεύχη με τις γυαλιστερές σελίδες, εκεί που πάντα υπήρχαν γλυκά και δώρα και ένα στούντιο φωτογράφισης όπου ανακάλυπταν μπαλόνια και μπουρμπουλήθρες.

Αλλά, σκέφτομαι και ότι τώρα που μιλάμε κάνουν το δεύτερο μπάνιο τους στη θάλασσα. Και θα τρέξουν μέσα σε πεζόδρομους με λουλούδια κι ανθισμένα δέντρα που δεν έχουν δει χιόνι εδώ και χρόνια. Και μετά θα γυρίσουν για φαγητό στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς που έχει πάντα γλυκά και δώρα και ένα συρτάρι με μπαλόνια και μπουρμπουλήθρες.

Το βράδυ διαβάζουμε για τον Κέκροπα, μισός φίδι, μισός άνθρωπος, ιδρυτής της πόλης μας. Όλοι οι Αθηναίοι κατάγονται από αυτόν, λέει στο τέλος της σελίδας. Περιμένω ν’ αναρωτηθεί αν είναι κι ο ίδιος απόγονος του φιδάνθρωπου, αλλά δεν με ρωτάει τίποτα. Κρίμα, απογοητεύομαι, δεν αισθάνεται Αθηναίος.

Δεν ξέρω τι αισθάνεται. Πώς ορίζει την ταυτότητά του. Με ποιους ταυτίζεται.

Όταν φύγαμε από το Ann Arbor, με μερικές βαλίτσες και πολλές αναμνήσεις, αγκάλιασε τους συμμαθητές του δακρυσμένος. Στα 5 του ξέρει ήδη τον πόνο του αποχωρισμού και της νοσταλγίας. Τις πρώτες μέρες στην Ελλάδα με ρωτούσε πότε θα πάμε στο αεροδρόμιο να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα ξαναγυρίσουμε στο Μίσιγκαν, του εξηγώ. Το διδακτορικό τελείωσε, όταν ξαναπάρουμε το αεροπλάνο θα είναι για μια καινούργια πόλη της Αμερικής. Μπερδεύεται, θυμώνει. Ο μικρός αδερφός του είναι κολλημένος πάνω μας. Δεν έχει ακόμα λέξεις να μας ζητήσει το ίδιο, αλλά όταν βλέπει φωτογραφίες από το Ann Arbor κλαίει και φωνάζει “this, this!”. Τους βγάζω βιαστικά έξω να κάνουν ποδήλατο. Ναι, αλλά δεν είναι ωραία εδώ που έχουμε ήλιο;

“Θέλω να γυρίσω σπίτι.”

Τα παιδιά των μεταναστών έχουν πολλά σπίτια. Τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά, που τελικά δεν ανήκουν σε κανένα. Ακολουθούν τους γονείς τους σε ένα κύμα αναζήτησης. Δουλειές, σπουδές, έρευνες, διακοπές, τα αεροπλάνα μας αφήνουν σε κανούργιες πόλεις κάθε φορά.

Σαν τη Λητώ, του λέω. Που γύριζε από πόλη σε πόλη και από νησί σε νησί προσπαθώντας να βρει ένα μέρος να γεννήσει.

“Μας κυνηγάει κι εμάς η Ήρα;”

Μπορείς να το πεις κι έτσι.

 

library

 

 

 

 

Advertisements

3 Comments

Filed under Athens story, Homesickness and other maladies, On leaving.

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: το γραφείο μας

“Έκλεισε ο ΔΟΛ” διαβάζω στο ποστ με την άσχημη γραμματοσειρά, και είναι αυτή η λεπτομέρεια, αυτό το ακατάλληλο font που με πειράζει, θα έχουν απολυθεί όλοι οι γραφίστες ήδη, σκέφτομαι, αποκλείεται να υπάρχει art director που να ενέκρινε αυτή την γραμματοσειρά.

Έτσι ξεκίνησε και σε εμάς, έφυγαν μερικοί γραφίστες, συντάκτες, μεταφραστές. Μετά και άλλοι γραφίστες, συντάκτες, μεταφραστές. Μειώσαμε τους φωτογράφους, τις παραγωγές, τις τιμές των κειμένων και των editorials. Μειώσαμε τον κόσμο, την ύλη, την ποιότητα. Μειώσαμε τις ανάγκες μας, την αντίδρασή μας, την απαίτηση να πληρωνόμαστε. Και τώρα απλώς “έκλεισε ο ΔΟΛ” λέει η γραμματοσειρά και όλοι κλαίνε για τις “ιστορικές εφημερίδες” και ξεχνάνε αυτά τα ρημαδοπεριοδικά –γκουχ, γκουχ, αυτά που έφερναν και τη διαφήμιση για να μπορούν να βγαίνουν οι “ιστορικές εφημερίδες.”

Διαβάζω τα αποχαιρετιστήρια ποστς των συναδέλφων και φίλων και προσπαθώ να σκεφτώ πώς θα είναι η ζωή όταν δεν θα περιμένω το επόμενο εξώφυλλο, το επόμενο τεύχος. Από το 2002 που έκανα τα σαρδάμ μου στο πρώτο meeting του Cosmo έως σήμερα, 15 χρόνια ενήλικης ζωής, μετράω τους μήνες με αναθέσεις, επιμέλειες, τίτλους εξωφύλλου. Δεκαπέντε χρόνια φίλη, έγραψα, επιμελήθηκα και μετέφρασα λέξεις σε όλες τις γυαλιστερές σελίδες του ΔΟΛ (Cosmo, Marie Claire, BHMAdonna, Mommy, Γάμος) και ξαφνικά σταματάει το μέτρημα. Στα 15 το τερματίσαμε. Αλλά, μάλλον αυτό σημαίνει ότι πήραμε το κανονάκι και περνάμε στην επόμενη πίστα.

Γιατί εμείς θα συνεχίσουμε να γράφουμε και να ξενυχτάμε μαζί πάνω από τελικά στησίματα που δεν είναι καθόλου τελικά και θα αλλάξουν ακόμα κανά δυο φορές πριν στείλουμε τις σελίδες να τυπωθούν, απλώς δεν θα είναι εκεί. Σ’ εκείνες τις καρέκλες με τα ροδάκια που φέρναμε κοντά κοντά για να φάμε το μεσημεριανό μας και σ’ αυτά τα γραφεία που στολίζαμε με πουά κορδέλες και πούπουλα και κάρτες και φωτογραφίες, σ’ αυτόν τον οργανισμό που έκανε τον μπαμπά μου περήφανο καθώς κατέβαζε τα γυαλιά του και χανόταν στις σελίδες των Νέων και του Βήματοςτης Κυριακής.

Θα γραφτούν πολλά, μελό και επαναστατικά, ρομαντικά και ρεαλιστικά, θα δεις. Οικονομικές αναλύσεις και πολιτικές αναλύσεις, κάποιες από ειδικούς, κάποιες όχι. Κι εμείς θα συναντηθούμε σε ένα μαγαζί του κέντρου και θα πιούμε και θα πέσουμε στη δική μας ιστορική αναδρομή, στα γραφεία στη Βουλής που ήταν μια ευθεία μόνο μέχρι το Guru, και στα θέματα που μας έκαναν να γελάσουμε μέχρι δακρύων, στις διευθύντριες που μας έκαναν να κλάψουμε μέχρι να μας πιάσουν γέλια, στις αναποδιές και τα ξενύχτια και όλα αυτά που μάθαμε για την δουλειά, για τα media, για τον εαυτό μας. Κυρίως όμως για τους ανθρώπους. Αυτούς που καλημερίζαμε κάθε πρωί και αγκαλιάζαμε κάθε απόγευμα, αυτούς που μας είδαν να μπαίνουμε στο γραφείο με το make up της προηγούμενης μέρας, αυτούς που μας πήραν τούρτες στα γενέθλιά μας και starbucks τα βράδια του κλεισίματος, αυτούς που μας είδαν να ερωτευόμαστε, να χωρίζουμε, να μαλώνουμε με τις μαμάδες μας στο τηλέφωνο, να κόβουμε το κάπνισμα, να κάνουμε δίαιτες, να παρακαλάμε τους θεούς να βγάλουμε μια άκρη με το ΤΕΒΕ και το ΕΤΑΠ ΜΜΕ και όλη τη γραφειοκρατία που παρά την περιπλοκότητά της δεν κάλυπτε ούτε ένα σφράγισμα. Αυτούς που μας είδαν στα καλύτερα και στα χειρότερά μας και είναι ακόμα στη ζωή μας.

Κι εσύ Φίλη μου, εσύ, που ήρθες στο ατελιέ του Marie Claire όταν ήμουν στη σύνταξη, τόοοοοσα χρόνια πριν, εσύ που μου έφτιαχνες τα μαλλιά και μου έλεγες ότι πρέπει να τα μακρύνω για να σταθούν τα ’40s victory rolls, εσύ που μου έστελνες πακέτα και τεύχη ακόμα και όταν είχα πια μετακομίσει στην Αμερική, εσύ λοιπόν, το αποφάσισες, θα μαζέψεις τα κόκκινα κραγιόν και τα CD σου και θα έρθεις εδώ. Εδώ. Μετράω μέρες για την πτήση σου.

Μετά από 6 χρόνια σε διαφορετικές ηπείρους και time zones, θα μπορούμε επιτέλους να πίνουμε τον πρωινό καφέ μας σε πραγματικό χρόνο, χωρίς οθόνη ανάμεσά μας. Όπως εκείνα τα χαοτικά πρωινά με τις απεργίες στην Αθήνα που με έπαιρνες με το κόκκινο αυτοκίνητο για να κατέβουμε μαζί στη Μιχαλακοπούλου και σε όλη τη διαδρομή τραγουδούμε δυνατά και παράφωνα En Vogue.

3 Comments

Filed under American woman?, Athens story, Friends connection, Glossy pages

give me your tired, your poor

4η Ιουλίου κάπου στο midwest με το Αμερικάνικο σόι, είναι η πρώτη μου εμπειρία εκ των έσω, η στροβιλο-οικογένεια συμμετέχει στην παρέλαση με το δικό της άρμα, ο Ορφέας ενθουσιάζεται με τον χαμό, η θεία Νανέτ και ο θείος Τσιπ κάνουν την αναπαράσταση του American Gothic και η 90χρονη γιαγιά Γκρέις, που είναι ολίγον τι εκκεντρική, ντύνεται άγαλμα της ελευθερίας. Ναι, με δάδα και απ’ όλα. Είναι όλα αστεία και ωραία και συγκινητικά και πατριωτικά, πετάμε και καραμέλες στα παιδάκια που έχουν μαζευτεί δεξιά κι αριστερά, ο Ορφέας φυσάει σαπουνόφουσκες, ψέλνουνε εθνικούς ύμνους και “αμέρικα αμέρικα” που σου κάνει μια ανατριχίλα, και τραβάω φωτογραφίες σαν τουρίστας, μέχρι που η γιαγιά Γκρέις σηκώνεται με τον χιτώνα και τη δάδα της να απαγγείλει το ποίημα που είναι γραμμένο στη βάση του αγάλματος, τους στίχους που καλωσόριζαν τους μετανάστες:

Give me your tired, your poor,
Your huddled masses yearning to breathe free,
The wretched refuse of your teeming shore.
Send these, the homeless, tempest-tossed to me,
I lift my lamp beside the golden door.

Και τους σκέφτομαι αυτούς τους στίχους μέρες τώρα, όπως και το υπόλοιπο ποίημα, αυτές τις μέρες που δεν ξέρεις τι γράψεις και τι να πεις, επειδή έχουν γραφτεί και ειπωθεί τα πάντα, και το μόνο που εύχομαι είναι να έχει μείνει αυτή η ανάμνηση στο μυαλό του μικρού Ορφέα, εκεί, ανάμεσα στα μπάρμπεκιου και τα πυροτεχνήματα, η εκκεντρική 90χρονη προ-γιαγιά του, να δέχεται στην αγκαλιά της αυτούς που την έχουν ανάγκη.

statue-of-liberty

1 Comment

Filed under American woman?, Traveling around the world

αυτό είναι ένα γρήγορο email

είχαμε υποσχεθεί ότι δεν θα χαθούμε έτσι, ότι δεν θα τεμπελιάσουμε, ότι αυτή τη φορά θα κάνουμε κάτι με συνέπεια. Αλλά τα γράμματα και τα πακέτα αραίωσαν, το skype έκλεισε και τα περισσότερα emails μας ξεκινάνε με την απολογητική εισαγωγή “αυτό είναι ένα γρήγορο email” και τελειώνουν με την υπόσχεση του πιο αναλυτικού με τα νέα που δεν έρχονται ποτέ.

Αυτό είναι ένα πολύ γρήγορο email, σε έχω πάντα με αστεράκι δίπλα, σ’ αυτά που επείγουν και θέλω να απαντήσω, αλλά δεν προλαβαίνω, κι έτσι γράφω ένα βιαστικό σημείωμα να ξέρεις ότι σε σκέφτομαι και μου λείπεις, αλλά πρέπει να τελειώσω κι αυτήν την επιμέλεια μέσα στις επόμενες δύο ώρες. Ή τουλάχιστον αυτή είναι η επισημη δικαιολογία. Η ουσία όμως είναι ότι έχεις χάσει τόσα μικρά κομμάτια της καθημερινότητάς μου που τώρα χρειάζονται πολλές εξηγήσεις πριν σου περιγράψω το αστείο περιστατικό που θέλω. Δεν ξέρεις κανέναν από τους κανούργιους φίλους μου, δεν έχεις δει κανένα από τα καινούργια στέκια μου, οι φωτογραφίες αδικούν το πάρκο που πηγαίνω κάθε απόγευμα με τον Μικρό Άνθρωπο. Στη ζωή που χτίζω εδώ και πέντε χρόνια δεν είσαι πια παρούσα.

Ναι, πέντε χρόνια μετανάστευσης κλείσαμε φέτος το καλοκαίρι, αυτό το καλοκαίρι που δεν ήρθαμε στην Ελλάδα για διακοπές, αυτό το καλοκαίρι που είμαι πάλι έγκυος και λιγουρεύομαι ΙΟΝ σοκολάτες και κουλούρια Θεσσαλονίκης.

(αυτό είναι ένα γρήγορο post, θα σου γράψω πιο αναλυτικά άλλη μέρα, θα περάσει ακόμα ένας χρόνος πριν σε δω, ελπίζω να σε βρω στην Αθήνα το 2016, γιατί οι περισσότεροι φίλοι μας έφυγαν πια.)

IMG_1826

7 Comments

Filed under Uncategorized

Γράμμα από την Αμερική

Έχω καιρό να σου γράψω, εβδομάδες που γίνανε μήνες, θέλω να σου πω γι’ αυτό το χιόνι που δεν λέει να φύγει από την αυλή μας και για τον Μικρό Άνθρωπο που μεγαλώνει και μιλάει και έσπασε ήδη ένα δόντι σε κάποια περιπέτεια, θέλω να σου πω για τους φίλους που έφυγαν και τους φίλους που έμειναν, για ιδέες, κανούργια κείμενα, ένα blog που διαβάζω κάθε πρωί με τον καφέ και αυτήν την ιστορία του Murakami που διάβαζα εχθές το βράδυ αργά, αλλα δεν μπορώ να σε πετύχω εύκολα, δουλειές, παιδιά και μερικά time zones κάνουν τα πάντα λίγο πιο περίπλοκα, αν μου έχει λείψει κάτι από την περιπλάνησή μας στην από εκεί πλευρά του πλανήτη τον προηγούμενο χρόνο είναι ο αυθορμητισμός των τηλεφωνημάτων μας. Και οι εβδομάδες που γίνονταν μήνες και που μας έφερναν λίγο πιο κοντά στις μέρες που θα περνούσαμε μαζί. Τώρα ξέρουμε πως θα αλλάξει ακόμα ένας χρόνος πριν ξαναβρεθούμε και μου φαίνεται βαρύ, το νήπιο στο σπίτι μου θυμίζει πώς τρέχει ο χρόνος, πόσες αλλαγές και στάδια χάνεις, ακόμα και αν ήθελα να υποκριθώ ότι δεν έχουν σημασία αυτοί οι μήνες, εκείνος που ψηλώνει και μιλάει όλο και περισσότερο μέρα με τη μέρα είναι σαν παλιομοδίτικο ρολόι που χτυπάει με θόρυβο τα δευτερόλεπτα.

Το βιβλίο στο κομοδίνο μου λέει “home is where you’ll be missed when you’re gone” αλλά, αγαπημένε Aleksandar Hemon, δεν ψάχνω πια να βρω το σπίτι μου, το ξέρω τώρα, είναι εδώ, εδώ με τα χιόνια που δεν λιώνουν για μήνες και τα λεωφορεία που μυρίζουν καφέ και σαμπουάν το πρωί, εδώ με τους Δυτικούς που βγαίνουν έξω στο κρύο με βρεγμένα μαλλιά και αφήνουν τα παράθυρά τους ανοιχτά χωρίς κανένα σεβασμό στο Ρεύμα που σκοτώνει ανθρώπους στα βαλκάνια, εδώ που οι εταιρίες έχουν customer service και μια απονεύρωση κοστίζει όσο ένα ταξίδι στην Αθήνα, εδώ που τα παιδιά φιλάνε μια οθόνη για να πουν καληνύχτα στους παππούδς τους και αγκαλιάζουν μόνο την δασκάλα στον παιδικό. Εδώ που οι άγνωστοι σου χαμογελάνε αν πέσει το βλέμμα σου πάνω τους, στη χώρα με τις τεράστιες βιβλιοθήκες και τις ακόμα μεγαλύτερες αδικίες, εδώ που ήρθα και πάλι με one way ticket, από εδώ θα σου γράφω για πάντα, το ξέρω τώρα, αυτό είναι το σπίτι μου. Και μάλλον γι’ αυτό μου λείπεις περισσότερο αυτές τις μέρες, ήταν πιο εύκολο όσο ζούσα στο μεταίχμιο, όσο πίστευα ότι ανήκω εκεί όσο κι εδώ, όσο είχα διεύθυνση και αγαπημένο στέκι στην Αθήνα, νόμιζα ότι είμαστε λίγο πιο κοντά. Μόνο που κόπηκε ο ομφάλιος λώρος και τώρα παίρνω τις πρώτες ανάσες μόνη μου. Και από το σοκ δεν μπορώ παρά να κλάψω δυνατά.

IMG_1068

6 Comments

Filed under Uncategorized

Ann Arbor love

είναι αυτή η μαγική εποχή που τα φύλλα στα δέντρα γίνονται πορτοκαλί και φούξια, που όλη η πόλη μυρίζει ζεστό μηλίτη και κανέλα, που τα παιδιά φοράνε αστεία καπέλα από την ανυπομονησία τους για το Halloween, που σφίγγεις το παλτό και τυλίγεις το κασκόλ και τρως ακόμα ένα ντόνατ που σε κερνάνε στη σαββατιάτικη αγορά. “Happy fall”σου λένε χαμογελαστοί αυτοί οι ήρωες του Midwest που μένουν εδώ χειμώνας μπαίνει χειμώνας βγαίνει και κάποτε απορούσες γιατί δεν έχουν μετακομίσει όλοι μαζί στη Φλόριντα, αλλά τώρα ξέρεις, υπάρχει κάτι τρομερά γλυκό και οικείο στην αλλαγή της εποχής, σχεδόν ανυπομονείς για τα πρώτα χιόνια (καλά, σχεδόν είπαμε) και ξέρεις ότι δεν θα ήθελες να είσαι σε κανένα άλλο σημείο του πλανήτη, παρά μόνο εδώ, στο Ann Arbor, με τα βουνά από τα πεσμένα κόκκινα φύλλα στα οποία βουτάει ο Μικρός Άνθρωπος ενθουσιασμένος λίγο πριν προσπαθήσει να κλωτσήσει την κολοκύθα στο front porch. Όχι, αγάπη μου, δεν είναι  μπάλα, διακοσμητικό είναι, κάτσε για λίγο ακίνητος και θα δεις τα σκιουράκια που θα έρθουν να την μασουλήσουν, ακίνητος είπαμε, καλά, μην τρέχεις στο δρόμο, έρχομαι κι εγώ να πάμε στο παρκο.

ήρθαμε που λες και έτσι κάπως τελείωσε η επική περιπλάνηση των προηγούμενων 18 μηνών στην άλλη πλευρά του ατλαντικού, κατέβασα τις βαλίτσες στο γκαράζ και ορκίστηκα ότι δεν θα τις ξαναδώ σύντομα, εύκολη η προσαρμογή στο Ann Arbor, σαν να μη φύγαμε ποτέ, φίλοι και καφέδες και βόλτες, ο ωραίος παιδικός σταθμός, τα πρωινά στο πάρκο και τα brunch με τους φίλους, το μιούσικαλ στο Ντιτρόιτ από όπου έφυγα με πρησμένα μάτια από το κλάμα, οι δοκιμές των καινούργιων εστιατορίων, η μέρα που ξαπλώνεις στο γρασίδι του campus και αναρωτιέσαι τώρα πια γιατί να φύγει κανείς από εδώ, τι σκεφτόσουν τέλος πάντων!

Καλό φθινόπωρο λοιπόν, εδώ δεν ακούγεται και τόσο κακό σαν ευχή.

photo-2

2 Comments

Filed under Uncategorized

Thessaloniki Love

Στη Θεσσαλονίκη ανοίγει η καρδιά σου βρε παιδί μου, βγαίνεις μια βόλτα στην παραλία, σ’ αυτήν την παραλία που είναι πιο όμορφη από ποτέ, και βρέχεσαι λιγάκι από τα κύμματα και από το σιντριβάνι που αποφάσισε να εξερευνήσει ο Μικρός Άνθρωπος και καμαρώνεις τα παιδιά με τα ποδήλατα και αυτό το μπαρ που είναι ένα τεράστιο ποδήλατο (μα γιατί δεν υπήρχαν τέτοια στα 20’ς μου, αν έκανα πετάλι με κάθε σφηνάκι, θα ήμουν έτοιμη για τον γύρο της Γαλλίας τώρα), και γελάς έτσι χωρίς λόγο, γιατί, θα το πω κι ας πέσει η κουκουβάγια της Αθηνάς να με πλακώσει, είναι μια πανέμορφη πόλη. Φυσικά, όλα αυτά με τα μάτια του τουρίστα, ειλικρινά φίλη Θεσσαλονικιά δεν ξέρω πώς είναι να ζεις εδώ, αλλά θα το μάθω, ένα μήνα έχω μπροστά μου, ξεστόμισα ήδη φράσεις όπως “είμαστε στην παιδική χαρά της Ναυαρίνου” και “πάω για ψώνια στην Τσιμισκή” και κάπως λιγώθηκα, τι ωραία ζωή, τι ωραία πόλη, και η μυρωδιά έξω από τον Τερκενλή όπως πάντα ονειρεμένη.

Σου γράφω από ένα καφέ πάνω από τη Ροτόντα, φοιτητές με piercing και στριφτά τσιγάρα, φτηνές μπύρες και κρασί, τεράστιες τσάντες και γυαλιά με χοντρούς σκελετούς, η μουσική πιο δυνατή απ’ ό,τι αντέχουν τα –μη φοιτητικά– αυτιά μου, νυχτώνει σιγά σιγά και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι τα πυροτεχνήματα που θα πέφτουν σήμερα στο πάρκο δίπλα στο σπίτι μας στο Ann Arbor.

Καλό σαββατοκύριακο φίλη και φίλε μου, σε όποια πόλη και αν βρίσκεσαι ελπίζω να να έχεις κι εσύ κάποιο λόγο να κοιτάς με χαρά τη νύχτα που ξεκινάει.

 

IMG_1667

1 Comment

Filed under Friends connection, Random days and nights, Thessaloniki stories, Traveling around the world